Κάθε που κουράζεται η ψυχή από τα τόσα της ζωής ταξίδια, αρχίζει η ποίηση κι αναβλύζει απ' τα εσώτερά μας και οι στίχοι πλέκουν ένα δίχτυ ασφαλείας να μας σώσει από το βάραθρο του χάους κάθε που πηδάμε στο κενό...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα παραμύθια μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα παραμύθια μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

Μαριτίνα, η μαγική ξωτικούλα των στολιδιών

 




Πιστεύετε στα ξωτικά; Στο παραμύθι που θα σας διηγηθώ, ηρωίδα είναι μια μαγική ξωτικούλα που την έλεγαν Μαριτίνα. Θα ταξιδέψουμε πολλά πολλά χρόνια πριν, τότε που τα Χριστούγεννα ξεκίνησαν να γιορτάζονται στολίζοντας ένα δέντρο με πολύχρωμα και περίτεχνα στολίδια.

Όπως και στις μέρες μας, οι άνθρωποι στις αρχές του Δεκέμβρη, του Αγίου Νικολάου στόλιζαν στα σπίτια τους ένα δέντρο που το ονόμαζαν δέντρο των Χριστουγέννων και κάτω από αυτό έβαζαν τα δώρα που είχαν αγοράσει ή φτιάξει για τους αγαπημένους τους.

Μεγάλη γιορτή ξεκινούσε τότε στο δάσος των ξωτικών αφού τα στολίδια τα έφτιαχναν τα ξωτικά και όσο οι άνθρωποι τα διάλεγαν και στόλιζαν τα δέντρα τους τόσο εκείνα δυνάμωναν και η μαγική τους σκόνη γινόταν όλο και πιο λαμπρή.

Κάθε χρόνο όλα τα ξωτικά ανταγωνίζονταν το ένα το άλλο για το ποιος θα έφτιαχνε τα πιο όμορφα στολίδια. Σε ποια δέντρα θα τοποθετούνταν τα στολίδια τους. Ποιο θα ήταν πιο λαμπρό, πιο πορφυρό, ποιες καμπανούλες θα ηχούσαν πιο δυνατά.

Ήταν ένας διαγωνισμός αιώνων και τα ξωτικά που έπαιρναν μέρος σε αυτό έχαιραν του σεβασμού όλων των άλλων. Από πολύ μικρά διδάσκονταν από τους γηραιότερους της φυλής τη μαγεία των υλικών και των χρωμάτων, αλλά και πώς να δένουν τις δημιουργίες τους με ξόρκια που θα έκαναν τα στολίδια τους να δείχνουν ακαταμάχητα. Σιγά σιγά όμως αυτό που ήταν χαρά έγινε σκληρός διαγωνισμός και γέμισε αλαζονεία τα ξωτικά των στολιδιών.

Μάταια η μικρή ξωτικούλα, Μαριτίνα είχε προσπαθήσει να μπει κι εκείνη σε αυτές τις ομάδες. Πολλές φορές είχε παρακαλέσει να εκπαιδεύσουν κι εκείνη να φτιάχνει στολίδια για τα δέντρα των Χριστουγέννων για να νιώθει και η ίδια τη μαγική της σκόνη να λάμπει καθώς σκορπιζόταν στον αέρα. Οι πιο παλιοί τεχνίτες όμως ούτε που σκέφτονταν να βάλουν ανάμεσά τους ένα «παιδί» που θα τους καθυστερούσε από την τελειοποίηση της τεχνικής τους.

Εκείνα τα χρόνια όπως και σήμερα με όση χαρά οι άνθρωποι στόλιζαν τα δέντρα τους, με άλλη τόση βαριεστημάρα τα ξεστόλιζαν αφού είχαν περάσει οι γιορτές. Στην προσπάθειά τους μάλιστα να τελειώσουν πιο γρήγορα το μάζεμα του δέντρου, πολλές φορές τραβούσαν απρόσεχτα τα στολίδια και τα έσπαγαν και στη συνέχεια τα πετούσαν στα σκουπίδια.

Τα καημένα τα στολίδια που έκρυβαν μέσα τους τη μαγεία των ξωτικών ένιωθαν και τον πόνο από το σπάσιμο, αλλά και την απαξίωση και την αδιαφορία των ανθρώπων που χωρίς δεύτερη σκέψη τα πετούσαν στην άκρη του δρόμου.

Μια χρονιά που για μια ακόμα φορά είχαν περάσει οι γιορτές και οι άνθρωποι ξεστόλιζαν τα δέντρα τους, η Μαριτίνα προχωρούσε θλιμμένη στην άκρη του δρόμου αφού για μια ακόμα φορά δεν την είχαν αφήσει να μάθει κι αυτή να φτιάχνει στολίδια. Ξαφνικά άκουσε έναν ήχο που έμοιαζε με σιγανό κλάμα. Πλησίασε και τι να δει; Δυο σπασμένα στολίδια των ξωτικών πεταμένα στον κορμό μιας γριάς καστανιάς. Σφίχτηκε η μικρή της καρδούλα σαν τα αντίκρισε και χωρίς δεύτερη σκέψη άπλωσε τα χέρια της και τα πήρε.

Πόσο πολύ τα λυπήθηκε που κανείς δεν τα νοιαζόταν πια και τα είχαν πετάξει. Γύρισε σπίτι και πήγε κατευθείαν στο δωμάτιό της. Έπρεπε να διορθώσει το κακό που είχε συμβεί. Πήρε ρετσίνι που φυλούσε η μαμά της σε ένα βάζο και αφού κόλλησε τα σπασμένα κομμάτια έκρυψε τα σημάδια με φτερά από τα μικρά πουλιά που ήταν φίλοι της και που και εκείνοι είχαν ακούσει εκείνο το σιγανό κλάμα και είχαν πετάξει κοντά της να δουν αν ήταν καλά.

Όταν η μικρή ξωτικούλα τελείωσε τη δουλειά της, τα μικρά στολίδια σταμάτησαν να κλαίνε κι ένα ζεστό φως τα τύλιξε. Ήταν και πάλι ζωντανά και όμορφα. Τότε η Μαριτίνα σκέφτηκε κάτι φανταστικό. Μαζί με τους φίλους της τα πουλιά γύρισαν όλες τις πλατείες και τις αυλές των ξωτικών και των ανθρώπων και μάζεψαν όλα τα σπασμένα στολίδια εκείνης της χρονιάς. Μάζεψαν ακόμα φτερά, φυλλαράκια, κορδελίτσες από τα ανοιγμένα δώρα, και ανθούς μικρών χειμωνιάτικων λουλουδιών.

Πριν να χαράξει δεν υπήρχε κανένα σπασμένο στολίδι ούτε στο δάσος των ξωτικών ούτε στη γη των ανθρώπων. Και όλη αυτή την ώρα όλο και περισσότερο φωτιζόταν το δωμάτιο την μικρής Μαριτίνας. Τόσο πολύ φωτίστηκε πια που τράβηξε την προσοχή και των ξωτικών και των ανθρώπων. Άρχισαν να πηγαίνουν όλοι κατά το φως για να δουν τι συνέβαινε και γιατί ξαφνικά η νύχτα είχε γίνει μέρα.

Η Μαριτίνα πήρε τα φτιαγμένα στολίδια και βγήκε έξω από το σπίτι. Προτού όμως αρχίσουν να την ρωτούν τι έκανε και από πού και ως πού ασχολούταν αυτή με τα στολίδια παρουσιάστηκε μπροστά σε όλους το Πνεύμα των Χριστουγέννων και η Βασίλισσα του Δάσους των Ξωτικών. Και οι δυο είχαν παρατηρήσει με πόση αγάπη και συμπόνια είχε φερθεί το μικρό ξωτικό σε αυτά τα μικρά στολίδια που πριν λίγες μέρες όλοι τα θαύμαζαν, αλλά τώρα τα είχαν ήδη ξεχάσει.

«Μαριτίνα,» είπαν και οι δυο με μια φωνή, «όσο σπουδαίο είναι να φτιάχνεις στολίδια για να στολίσεις τα Χριστούγεννα, άλλο τόσο σπουδαίο και πιο πολύ ακόμα είναι να μπορείς να επισκευάζεις ό,τι χάλασε και να του δίνεις μια δεύτερη ευκαιρία. Όλο αυτό το φως που μας περιβάλλει είναι η αγάπη που έδωσες σε αυτά τα μικρά αντικείμενα και η μαγεία της ομορφιάς που τους χάρισες.» Έμεινε με το στόμα ανοικτό η μικρή ξωτικούλα από τη χαρά της και τα ματάκια της γέμισαν δάκρυα περηφάνειας.

«Από σήμερα,» συνέχισε η Βασίλισσα του Δάσους, «στο κέντρο του δάσους μας θα υπάρχει ένα μεγάλο δέντρο, το Δέντρο των στολιδιών κι εσύ κάθε χρόνο όταν οι γιορτές θα τελειώνουν θα μαζεύεις όλα τα πληγωμένα στολίδια και θα τα κάνεις σαν καινούρια.»

«Και η μαγεία σου» συνέχισε το Πνεύμα των Χριστουγέννων «θα γίνει πιο δυνατή από όλων εδώ, ώστε να μπορείς να φτιάχνεις τα σπασμένα στολίδια και να τα κάνεις πιο όμορφα από πριν, ως ευχαριστώ που ομόρφυναν τις μέρες της γιορτής μου.»

Και όλοι εσείς εδώ ακούστε και μάθετε καλά πως δεν υπάρχει πιο δυνατή μαγεία και πιο μεγάλη πράξη ευσπλαχνίας από το να φτιάχνεις κάτι που χάλασε ή να φροντίζεις κάποιον που αρρώστησε και δεν είναι το ίδιο δυνατός όπως πριν. Αυτό είναι το νόημα των Χριστουγέννων, αλλά και η δύναμη της μαγείας των ξωτικών.

Ακόμα και σήμερα η μαγική ξωτικούλα Μαριτίνα, γυρίζει στις πλατείες και στα δρομάκια αφού τελειώσουν οι γιορτές των Χριστουγέννων μαζί με τους φίλους της τα πουλιά και ψάχνουν για σπασμένα στολίδια κι αφού τα φτιάξουν τα κρεμούν στο περίλαμπρο δέντρο στο κέντρο του δάσους των ξωτικών που είναι πάντα γιορτή.

Αν τύχει και σπάσει και κάποιο δικό σας στολίδι του δέντρου, μην το πετάξετε. Αφήστε το στην αυλή ή στη βεράντα σας και η μαγική ξωτικούλα Μαριτίνα θα έρθει να το βρει.



Κείμενο, φωτογραφία : Σταυρούλα Δεκούλου


Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024

Ο καλικάντζαρος «Δεν ξέρω να διαβάζω»

 



Μια φορά κι έναν καιρό σε μια γειτονιά όχι πολύ μακριά από τη δική μας δυο καλές νεράιδες, η νεράιδα Γαλανή και η νεράιδα Βιολέτα μάθαιναν στα παιδάκια το Α και το Β, αλλά και όλα τα άλλα γράμματα της γλώσσας μας και τα δίδασκαν πώς να γράφουν τις σκέψεις και τα όνειρά τους.

Ήταν πολύ όμορφες και γλυκές νεράιδες. Η νεράιδα Γαλανή είχε χρυσά μαλλιά και η νεράιδα Βιολέτα καστανά μαλλιά. Τα παιδάκια τις αγαπούσαν πολύ και συχνά όταν τέλειωναν τα μαθήματά τους τραγουδούσαν χαρούμενα τραγουδάκια.

Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, πριν δηλαδή κλείσει το μικρό σχολείο για διακοπές, ένας καλικάντζαρος, ο «Δεν ξέρω να διαβάζω», πέρασε από εκεί κοντά ενώ προσπαθούσε να κλέψει μελομακάρονα από το διπλανό ζαχαροπλαστείο.

Μόλις άκουσε τα παιδάκια να τραγουδάνε, ζήλεψε και θύμωσε τόσο πολύ που φύσηξε πολύ πολύ πολύ δυνατά κι ένας μεγάλος ανεμοστρόβιλος πήρε μακριά τις δύο νεράιδες. Τα παιδάκια φοβήθηκαν πολύ και άρχισαν να κλαίνε, όμως μετά από λίγο θυμήθηκαν αυτά που τους είχαν πει οι καλές τους νεράιδες… τι;

Να μην τα παρατάνε ποτέ!

Έβαλαν λοιπόν κάτω τα μυαλουδάκια τους και αποφάσισαν να στήσουν μια παγίδα στον κακό καλικάντζαρο «Δεν ξέρω να διαβάζω».

Έτρεξαν στα σπίτια τους και είπαν στους δικούς τους τι είχε συμβεί. Ζήτησαν τότε από τις μαμάδες και τις γιαγιάδες τους να φτιάξουν πολλά πολλά μελομακάρονα και κουραμπιέδες. Όλη μέρα και όλη νύχτα οι μαμάδες και οι γιαγιάδες των μικρών παιδιών ζύμωναν και φούρνιζαν και οι μπαμπάδες και οι παππούδες τα κουβαλούσαν έξω από την αυλή του μικρού σχολείου. Μέχρι το μεσημέρι της επόμενης μέρας τα παιδάκια είχαν ένα μικρό βουναλάκι από γλυκά.

Ο καλικάντζαρος «Δεν ξέρω να διαβάζω» είχε πάει να δει τι έκαναν τα παιδάκια τώρα που έλειπαν οι καλές νεράιδες κα να χαρεί με την κατεργαριά του. Η μυρωδιά από τα φρεσκοψημένα γλυκά του έσπασε τη μύτη.

Όμως τα παιδάκια είχαν ρίξει λάδι γύρω από το βουναλάκι με τα γλυκά και μόλις ο καλικάντζαρος έτρεξε για να τα αρπάξει και να τα φάει, μπουμ! πάρε τον κάτω. Έγινε ένα με το πάτωμα και γέμισε μέλια και ζάχαρη άχνη. Κάθε που έκανε να σηκωθεί, γλιστρούσε και ξανάπεφτε.

Τα μικρά παιδάκια βαστούσαν την κοιλιά τους από τα γέλια κι αυτός θύμωσε τόσο που δεν ήξερε πια τι να κάνει. Τα είχε χαμένα και από τα αυτιά του έβγαινε καπνός από τον θυμό του.

- Βοηθήστε να σηκωθώ, μικρά παλιοπαιδάκια, είπε.

- Όχι, αν δεν φέρεις πίσω τις νεράιδες μας, είπαν τα παιδιά.

- Γιατί μας τις πήρες μακριά;

- Γιατί ζηλευώωωω, φώναζε ο καλικάντζαρος και τραβούσε τα γένια του κι από τα νεύρα του, μπουμ! ξανάπεφτε κάτω.

Τα παιδιά σταμάτησαν να γελάνε και για μια στιγμή σώπασαν.

- Γιατί ζηλεύεις; τον ρώτησαν τα παιδάκια σοβαρά αυτή τη φορά.

- Δεν ξέρετε πώς με λένε; ρώτησε ο καλικάντζαρος.

- Πώς; ρώτησαν τα παιδιά.

- Δεν ξέρω να διαβάζωωωω… Με λένε « Δεν ξέρω να διαβάζω» και δεν ξέρω να διαβάζω και κανείς δεν μου έμαθε ποτέ πώς να διαβάζω και ούτε παραμύθια ξέρω και ούτε τραγούδια ξέρω και ζηλευώωωωω.

- Μη στενοχωριέσαι, «Δεν ξέρω να διαβάζω», του είπε τότε η Δανάη.

- Ούτε εμείς ξέραμε να διαβάζουμε καλά, αλλά μας έμαθαν οι νεράιδες μας. Αν μας τις φέρεις πίσω θα τους ζητήσουμε να μάθουν και σε σένα.

- Αλήθεια; είπε ο Δεν ξέρω να διαβάζω. Θα το κάνετε αυτό για μένα;

- Ναι, είπαν τα παιδάκια. Αφού είναι Χριστούγεννα!

Ο καλικάντζαρος φύσηξε και πάλι πολύ πολύ πολύ δυνατά και οι δυο νεράιδες εμφανίστηκαν και πάλι πίσω στο μικρό σχολείο και τα παιδάκια έπεσαν με γέλια και χαρές στην αγκαλιά τους. Οι νεράιδες είχαν πολύ θυμώσει με τον καλικάντζαρο. Όταν όμως έμαθαν πως όλα αυτά τα έκανε γιατί ζήλευε που δεν ήξερε να διαβάζει, τον πήραν μέσα στην τάξη μαζί τους και του έμαθαν όλα τα μαγικά γράμματα του αλφαβήτου. Εκείνες τις γιορτές όλα τα παιδάκια κάθε μέρα πήγαιναν για δυο ώρες στο μικρό σχολείο για να βοηθήσουν τον κατεργάρη καλικάντζαρο.

Πριν καλά καλά φτάσει η Πρωτοχρονιά ο «Δεν ξέρω να διαβάζω» είχε μάθει να γράφει το όνομά του που τώρα πια ήταν «Ξέρω να διαβάζω».

Όταν έφτασαν τα Φώτα, ο Ξέρω να διαβάζω χαιρέτισε δακρυσμένος τα παιδάκια και τις νεράιδες του μικρού σχολείου και τους υποσχέθηκε να τους επισκεφτεί τα επόμενα Χριστούγεννα για να τους πει τι βιβλία είχε διαβάσει.

Και έζησε ο Ξέρω να διαβάζω καλά και οι νεράιδες Γαλανή και Βιολέτα και τα παιδάκια του μικρού σχολείου καλύτερα.


ΤΕΛΟΣ


Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2022

Μια φορά ... κι έναν καιρό "Το Μαύρο"


"Το Μαύρο" είναι ένα παραμύθι για τη διαφορετικότητα και το ρατσισμό. 
Καμιά φορά είμαστε διαφορετικοί γιατί η αποστολή μας στην γη είναι διαφορετική.
 Ένα γλυκό παραμύθι γεμάτο χρώματα.

Καλή ακρόαση σε όλους!

Σταυρούλα Δεκούλου


Τις ζωγραφιές που συνοδεύουν το παραμύθι τις έφτιαξαν τα παιδάκια που διδάχτηκαν το παραμύθι στον παιδικό σταθμό - νηπιαγωγείο ΡΟΟΥΖΜΑΡΙ που εδρεύει
στον Βύρωνα Αττικής. 

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022

Μια φορά ... κι έναν καιρό "Το κορίτσι και ο Δράκος"


Κατά καιρούς με απασχολούσε η σκέψη τι να κάνω με τα παραμύθια μου. Να τα εκδώσω, να τα ανεβάσω στο blog, να τα εικονογραφήσω ή όχι; Να τα παρουσιάσω; Σήμερα λοιπόν αποφάσισα να τα ανεβάσω στο YouTube με τη φωνή μου και εικόνες από το διαδίκτυο. Σκέφτηκα ότι έτσι θα είναι πιο εύκολα προσβάσιμα και σίγουρα χωρίς να κοστίζουν τίποτα σε κανέναν παρά λίγο από τον χρόνο του. Αν λοιπόν σας περισσεύει κι εσάς λίγος χρόνος, κοπιάστε για ένα παραμύθι. Και όσο ακούτε...κάντε και μια εγγραφή στο κανάλι μου, ώστε να ενημερώνεστε για κάθε νέο παραμύθι που θα ανεβαίνει. 


Καλή σας ακρόαση, καλή χρονιά σε όλους! 


Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΝΑΪΣ, Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κοπέλα, η Αναϊς, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην έρημο. Τα χρόνια της περνούσαν όμορφα και όχι ιδιαίτερα δύσκολα γιατί ήταν κόρη ενός από τους πιο πλούσιους νομάδες της ερήμου. Τα μετάξια και τα διαμάντια δεν της έλειπαν και η ζωή της ήταν άνετη και χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Όμως πάντα είχε ένα θλιμμένο ύφος, πάντα μια σκιά καθρεφτιζόταν στο βλέμμα της και το χαμόγελό της ήταν όχι αυτό που θα ταίριαζε σε μια κοπέλα της ηλικίας της.

Η αλήθεια είναι ότι η κοπέλα αυτή με τα μαβιά μάτια και τα κατάμαυρα μαλλιά είχε μια μοίρα παράξενη. Η μοίρα της ήταν να ερωτευτεί τη βροχή και να λατρέψει το ουράνιο τόξο. Όμως στην έρημο που ζούσε ποτέ μα ποτέ στη ζωή της δεν είχε δει βροχή. Ποτέ το πρόσωπό της δεν δροσίστηκε από το επουράνιο νερό ούτε από τις δροσερές σταγόνες μιας βιαστικής νεροποντής και ακόμα πιο σίγουρα τα ματάκια της ποτέ δεν τρεμόπαιξαν στη θέα των χρωμάτων της ίριδας. Δεν ήξερε πώς στα αλήθεια είναι ένα ουράνιο τόξο.

Τα χρόνια περνούσαν και η κοπέλα παρέμενε θλιμμένη και σοβαρή. Ένα αίσθημα ανικανοποίητου κατέκλυζε την ύπαρξή της. Η ψυχή της σαν να διψούσε για κάτι και ό,τι κι αν έκανε ποτέ το γέλιο της δεν ήταν ξέγνοιαστο και αληθινό. Πάντα μέσα του έκρυβε μια πίκρα, μια αδιόρατη σκιά θλίψης. Μια νύχτα είδε ένα παράξενο όνειρο. Στεκόταν στη μέση της ερήμου, γυμνή σχεδόν, και περπατούσε ξυπόλυτη, στην καυτή άμμο φορώντας μόνο ένα μαύρο ύφασμα που κάλυπτε το κεφάλι της, κρύβοντας έτσι το όμορφο πρόσωπό της και τα μαύρα γυαλιστερά μαλλιά της. Ενώ περπατούσε σκοντάφτοντας από τη ζέστη και την κούραση άκουσε μια φωνή σαν να ερχόταν από τον ουρανό.

- Ποτέ δε θα βρεις ησυχία και ποτέ η ψυχή σου δε θα βρει απανέμι αν δεν συναντήσεις εμένα, έλεγε η φωνή. Η μοίρα σου είναι δεμένη μαζί μου. Έλα να με γνωρίσεις και να με λατρέψεις. Να νιώσεις τη δροσιά μου στο κορμί σου και να γεμίσεις τα μάτια σου από τα χρώματα του σύμπαντος και των αιώνων.

Η κοπέλα ξύπνησε χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το όνειρό της. Ξύπνησε και τη μάνα της μες στη νύχτα και της είπε,

- Μάνα, τι είναι η βροχή και πού θα τη βρω; Πρέπει να τη βρω καταλαβαίνεις ; Τώρα ξέρω γιατί όλα στη ζωή μου είναι άχρωμα και άδεια. Μια φωνή στον ύπνο μου με κάλεσε να πάω να βρω τη βροχή. Δεν ξέρω τι είναι κι όμως δεν έχω μυαλό για τίποτα άλλο από την ώρα που είδα αυτό το όνειρο, η φωνή αντηχεί στο κεφάλι μου. Μαμά φεύγω πρέπει να πάω να συναντήσω τη βροχή και τα χρώματα.

Μάταια η μάνα της προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη. Μάταια προσπάθησε να την πείσει πως τα όνειρα ήταν παιχνίδια του μυαλού και δεν θα έπρεπε να τα παίρνει στα σοβαρά. Η Αναϊς ήταν ανένδοτη. Προτού καλά καλά ξημερώσει είχε αφήσει την πολυτελή σκηνή της στην έρημο και περπατούσε με προορισμό το άγνωστο. Μαζί της, η πιστή της κουβερνάντα που δεν άντεξε να τη δει να φεύγει μόνη της μέσα στη νύχτα και φτιάχνοντας γοργά ένα μπόγο την πήρε στο κατόπι.

Μέρες και μέρες περπατούσαν χωρίς να σταματούν παρά μόνο για να κοιμηθούν το βράδυ ή να ξαποστάσουν για λίγα λεπτά πίνοντας λίγο νερό. Η νεαρή κόρη περπατούσε σαν μαγεμένη χωρίς να ξέρει και η ίδια που πήγαινε. Μια ανίκητη δύναμη οδηγούσε τα βήματά της. Και αυτή παραδομένη ακολουθούσε το πεπρωμένο της. Παράξενο, πώς μια κοπέλα στην ηλικία της να μην έχει δει ποτέ στη ζωή της τη βροχή. Αστείο παιχνίδι της μοίρας, να έχει φτιάξει για ένα κορίτσι μια πορεία την οποία δεν της φανέρωσε ποτέ. Σαν να ζούσε μέσα σε μια γυάλα που ξαφνικά έσπασε κι εκείνη άρχισε να τρέχει προς κάθε κατεύθυνση μέχρι να ανακαλύψει που να πάει.

Κάποια μέρα, και είχαν περάσει αλήθεια πάρα πολλές, τόσες πολλές που τα ρούχα της σκίστηκαν και πράγματι βρέθηκε να περπατάει σχεδόν μισόγυμνη μ’ ένα μαύρο μαντήλι να καλύπτει το πάνω μέρος του κορμιού της, όπως στο όνειρό της τόσον καιρό πριν, ο ουρανός φάνηκε να σκουραίνει. Παράξενο, ήταν ακόμα μέρα. Ξαφνικά σαν να άλλαξε η τάξη πραγμάτων μπροστά στα μάτια της. Η πραγματικότητα σαν να αναπροσαρμόστηκε σε μια νέα αλήθεια και βρέθηκε μαζί με την γκουβερνάντα της μπροστά σε μια μικρή όαση. Ψηλά δέντρα με πυκνό φύλλωμα χάριζαν μια πλούσια σκιά και μια μικρή λίμνη σε έκανε να ξεχνάς ότι βρισκόσουν στο μέσο της Ινδίας. Ζώα έφταναν εκεί να πιουν από το δροσερό νερό που τόσο απλόχερα ο Θεός των Πάντων χάριζε στα διψασμένα ζωντανά ενώ πουλιά σταματούσαν να ξαποστάσουν και να γευτούν τους νόστιμους χουρμάδες και τις μυρωδάτες μπανάνες. Ένας παράδεισος στη μέση του πουθενά, σαν θαύμα από πάντα αναμενόμενο, σαν ελπίδα στην απελπισία, σαν φως στο σκοτάδι.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε όαση η όμορφη κόρη, όμως αυτή τη μάγεψε. Απέμεινε να την κοίτα αμίλητη και τα όμορφα μάτια της δε χόρταιναν από ό,τι αντίκριζαν. Όμως σύννεφα αρχίσαν να μαζεύονται πάνω από τον ουρανό του μικρού παράδεισου και το γαλάζιο έδωσε τη θέση του σ’ ένα αχνό γκρι που αργότερα σκούρυνε κι άλλο, σκοτεινιάζοντας τα πάντα γύρω του. Δεν άργησε πολύ, προτού η πρώτη σταγόνα βροχής αγγίξει το πρόσωπό της. Ένας δροσερός άνεμος είχε ήδη αρχίσει να φυσάει κάνοντας τις πρώτες σταγόνες της βροχής να χορεύουν τριγύρω προτού καταλήξουν στον προορισμό τους. Η όμορφη μελαχρινή, κοιτούσε μαγεμένη όλα αυτά τα βρόχινα δάκρυα που έρχονταν από το πουθενά και κατέληγαν πάνω στο πρόσωπο και το κορμί της, δροσίζοντάς τη πρωτόγνωρα.

Η μια μετά την άλλη οι σταγόνες της βροχής μούσκεψαν πρώτα το πρόσωπό της και μετά όλο της το σώμα κι εκείνη αφέθηκε σε έναν οργασμό συναισθημάτων και αισθήσεων που όμοιό του δεν είχε ξανανιώσει ούτε φαντάστηκε ότι θα ένιωθε ποτέ. Ούτε στις πιο κρυφές συζητήσεις με τις φίλες της και τις πιο μεγάλες γυναίκες της φυλής της δεν άκουσε ποτέ ότι υπήρχαν τέτοιες αισθήσεις και ότι μπορούσε να ζήσει ένα τέτοιο μεθύσι από χημικές εκρήξεις μέσα στο ίδιο της το κορμί.

Και η Αναϊς ερωτεύτηκε. Ερωτεύτηκε κάθε υδάτινη σταγόνα που την άγγιξε, κάθε σύννεφο που της την χάρισε και όταν στο τέλος της βροχής είδε να σχηματίζεται στον ορίζοντα μια πολύχρωμη γέφυρα από τα χρώματα του κόσμου, έκλαψε. Έκλαψε από χαρά γιατί το ταξίδι της είχε τελειώσει. Έκλαψε από ανακούφιση γιατί είχε βρει το πεπρωμένο της. Έκλαψε γιατί ξαφνικά η καρδιά της ξεχείλιζε από αγάπη κι έρωτα και το γέλιο της ακουγόταν κελαρυστό πια και όχι άψυχο. Προσπάθησε ν’ απλώσει τα χέρια της ν’ αγγίξει το ουράνιο τόξο και τότε το πρόσωπό της βάφτηκε με όλα του τα χρώματα και στο κεφάλι της μεταξωτά υφάσματα έφτιαξαν ένα όμορφο τουρμπάνι μόνο για κείνη.

Η ύπαρξή της ξαφνικά έγινε αέρινη. Δεν ήταν πια ανθρώπινο πλάσμα, αλλά νύμφη, νεράιδα, ξωτικό. Ένα πλάσμα χωρίς γήινη υπόσταση. Ένα πλάσμα με γέννηση, αλλά χωρίς θάνατο, προορισμένο να ζει στα βάθη των αιώνων να συντροφεύει τη βροχή, να χορεύει μαζί με τις σταγόνες της και να ξαποσταίνει πάνω στη έγχρωμη γέφυρα, όχι πια ως η Αναϊς , αλλά ως η Κυρά της βροχής και η Αφέντρα του ουράνιου τόξου.


Σταυρούλα Δεκούλου 






Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

H ΘΥΣΙΑ




Μια φορά κι έναν καιρό σε μια χώρα πολύ μακριά από τη δικη μας, μια χώρα με κάστρα, πύργους και βασιλείς μα και δράκοντες και μάγισσες, πάνω από όλα μάγισσες ζηλιάρες και μοχθηρές, γεννήθηκε ένα αγόρι. Είχε στα μαλλιά του τον ήλιο και στα μάτια του τον ουρανό και το δέρμα του ήταν τόσο λευκό, σχεδόν διάφανο σαν των αγγέλων. Ο βασιλιάς πατέρας του δεν πίστευε στα μάτια του όταν τον κράτησε για πρώτη φορά στα χέρια του. Αυτό το πορσελάνινο πλάσμα δε μπορούσε ν' ανήκει στη γη. Όμορφος και αψεγάδιαστος σαν θεός. Τόσο τέλειος ήταν. Η μάνα του τον κοιτούσε και η ομορφιά του την έκανε να κλαίει.
Ο νεαρός μεγάλωνε και ήταν το στολίδι του παλατιού, της χώρας όλης και του κόσμου. Σ' ουρανό και γη θεοί και ξωτικά, θνητοί και νύμφες μιλούσαν για τις χάρες του. Το γέλιο του το κελαρυστό, τη φωνή του σαν έπιανε τη λύρα και τραγούδαγε, την ανδρειοσύνη του στη μάχη και τη σύνεση που τον διακατείχε στα προβλήματα του κόσμου. Κι ήρθε ο καιρός να παντρευτεί. Γαμπρός μεγαλοπρεπής και ζηλευτός καθώς ήταν, μαζεύτηκαν νύφες από όλο τον κόσμο για να διεκδικήσουν μια θέση δίπλα του. Όμορφες κι άσχημες, μικρές και μεγάλες, πλούσιες και φτωχές. Όλες μα όλες θέλανε να μοιραστούν μαζί του τουλάχιστον έναν χορό. Έτσι κι έγινε.

Μεγάλο γλέντι στήθηκε στο παλάτι και όλες οι υποψήφιες νύφες πέρασαν από κει. Ο νεαρός πρίγκιπας δεν αρνήθηκε σε καμιά έναν χορό. Φέρθηκε σε όλες τις κοπέλες με σεβασμό και διακριτικότητα. Χαμογελαστός και πρόσχαρος με όλες, δεν πίκρανε και δεν πρόσβαλε καμιά.
Ανάμεσά τους ήταν κι ένα κορίτσι που τα μάτια του είχαν το χρώμα της βροχής και στα δυο της μάγουλα ανέτειλε το φεγγάρι. Ο λαιμός της ήταν ψηλός σαν κύκνου ενώ τα κρινοδάχτυλα της θαρρείς και παίζανε μουσική στον αέρα όταν κινούνταν. Φορούσε ένα φόρεμα που είχε πάνω του κεντημένα όλα τ’ άστρα του ουρανού και όταν ο νεαρός πρίγκιπας χόρεψε μαζί της και είδε τα χρυσά μαλλιά να πέφτουν στο πρόσωπό της νόμιζε πως χόρευε νύχτα στη μέση του ουρανού αγκαλιά με το φεγγάρι. Ο όμορφος πρίγκιπας ερωτεύτηκε, όπως ερωτεύτηκε και η όμορφη νέα. Σελήνη την έλεγαν.
Όλοι το κατάλαβαν και όλοι χάρηκαν γιατί αλήθεια σ' αυτό το ζευγαρι είχε βρει ο ένας στον άλλο το άλλο του μισό. Ήταν αλήθεια τόσο ταιριαστοί. 

Όμως όπως ήδη σας είπα σε αυτόν τον τόπο όπως και σε κάθε τόπο κι εποχή, ακόμα και σήμερα, υπήρχαν μαγισσες. Μάγισσες πικρόχολες, ανέραστες και κακές. Ακόμα κι όσες από αυτές δείχναν καλές ή όμορφες το όφειλαν σε ξόρκια που οι ίδιες έκαναν στον εαυτό τους. Έφτανε να σταθούν απέναντι σ' ένα καθρεπτη ή στην όχθη μιας λίμνης για να αποκαλυφθεί η φρίκη που έκρυβε το πρόσωπο και η ψυχή τους. Μια τέτοια μάγισσα λοιπόν ζήλεψε την αγάπη των δυο νέων. Ή πιο πολύ ζήλεψε τον νεαρό πρίγκιπα που τον ήθελε σκλάβο κι εραστή δικό της και τον μάγεψε. Έστειλε ένα πέπλο να σκεπάσει τα μάτια του, αλλά και την ψυχή του. Ξαφνικά ο νέος αλλοφρόνησε. Ούτε αναγνώριζε κανέναν, αλλά ούτε και φερόταν κατά πώς ταίριαζε στη θέση του. Σαν μεθυσμένος πηγαινοερχόταν στο παλάτι, μια ουρλιάζοντας και μια πέφτοντας σε λήθαργο κι όλοι γύρω τον λυπόντουσαν αλλά και καταριούνταν τη μαύρη μοίρα που είχε βρει αυτόν και το παλάτι τους.

Η Σελήνη μη μπορώντας να αντέξει να βλέπει τον αγαπημένο της σε αυτήν την κατάσταση έψαχνε απεγνωσμένα να βρει μια λύση μα ο καιρός περνούσε. Γύρισε όλη τη χώρα και όλα τα μέρη γύρω από αυτήν. Έτρεξε σε μάντισσες και ιέρειες ψάχνοντας για μιαν απάντηση σε αυτό το μυστήριο, σε αυτό το κακό που τους είχε συμβεί. Κάποια στιγμή έφτασε σε μια πηγή. Έσκυψε να πιει λίγο νερό, να ξεκουραστεί και να πάρει μιαν ανάσα πριν αρχίσει ξανά το ταξίδι της αναζήτησης. Την πήραν τα κλάματα που γρήγορα έγινε ένας ασταμάτητος λυγμός. Όλη η κούραση και η απογοήτευση εγινε ένας ποταμός από δακρυα που αντάριασε κι αυτήν ακομα τη λίμνη. Ξαφνικά τα νερά φάνηκαν να χωρίζουν κι από μέσα αναδύθηκε μια νύμφη ντυμένη στα πράσινα με σμαραγδένια μαλλιά και δέρμα διάφανο, σχεδόν αέρινο. Ήταν η Κυρά της Λίμνης. Είδε και άκουσε την οδύνη του κοριτσιού και η καρδιά της ράγισε από τον πόνο που τα δάκρυά της μαρτυρούσαν κάθε φορά που στάλαζαν πάνω στα νερά της.

«Άκουσέ με Σελήνη», είπε γλυκά στο κορίτσι . «Αυτό που έπαθε ο αγαπημένος σου δεν είναι άλλο από μάγια που του έκανε η αδερφή μου η Έριδα» . «Είναι φριχτή και κακιά και χαίρεται να σκορπά πόνο στους ανθρωπούς ακόμα και στους θεούς όταν μπορεί». «Αλλά αυτή τη φορά τα μάγια είναι πιο δυνατά, γιατί ερωτεύτηκε τον νέο άρχοντα και τον θέλει δικό της» « Εκείνος όμως έχει μάτια μόνο για σένα και γι’ αυτό τον έριξε σε αιώνια τρέλα και σκοτάδι».

«Δεν υπάρχει λύση σε αυτά τα μάγια; » ρώτησε η κοπέλα ανακτώντας την αυτοκυριαρχία της.

«Βέβαια και υπάρχουν, άλλα το τίμημα είναι βαρύ και η θυσία μεγάλη» είπε η Κυρά της Λίμνης.

«Είμαι έτοιμη για κάθετί» απάντησε και πάλι η κοπέλα.

«Τα μάγια είναι ισχυρά και δεν μπορούν να λυθούν παρά μόνο αν κάποιος τα πάρει πάνω του» ξανάπε η νύμφη.

«Πες μου λοιπόν. Είμαι έτοιμη για όλα» ξανάπε η Σελήνη χωρίς δισταγμό.

«Θα πρέπει να ανέβεις σε αυτό το ψηλό βουνό που είναι απέναντι από το κάστρο του παλατιού. Εκεί θα σταθείς και θα φωνάξεις»,

- Θέλω τα μάγια να σπάσω και ας γυρίσουν πάνω μου. Για κάθε τίμημα είμαι έτοιμη εγω!

«Και τότε τι θα γίνει ;» ρώτησε η Σελήνη.

«Ο αγαπημένος σου θα συνέλθει , αλλά εσύ θα γίνεις ένα με το βουνό» απάντησε η Κυρά. «Σου είπα τα μάγια είναι βαριά».

«Είμαι έτοιμη για όλα όπως σου είπα» απάντησε η κοπέλα κοιτώντας τη νύμφη. «Θέλω όμως να ζητήσω μια μεγάλη χάρη από σένα» είπε.

«Λέγε μου» απάντησε αυτή.

«Θέλω να βρει μια κοπέλα να παντρευτεί και στα μάτια της να βλέπει εμένα. Ξέρω με τι αγάπη με κοιτούσε και πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί μου. Έτσι όποια κι αν διαλέξει η ζωή του θα συνεχιστεί από κει που έμεινε πριν τον μαγέψει η αδερφή σου».

«Ας είναι» απάντησε η Κυρά. Μόλις λυθούν τα μάγια όλα θα πάνε πίσω στο χρόνο, στο δικό σας χορό και η κοπέλα που χόρεψε μαζι της πριν από σένα θα πάρει τη μορφή σου στα μάτια του και η ζωή του θα αρχίσει από την αρχή».

Έτσι κι έγινε. Η όμορφη Σελήνη, χωρίς δισταγμό άρχισε να ανεβαίνει γοργά το βουνό απέναντι από το κάστρο. Και όταν έφτασε στην κορυφή του φώναξε,

- Θέλω τα μάγια να σπάσω και ας γυρίσουν πάνω μου. Για κάθε τίμημα είμαι έτοιμη εγώ.

Προτού περάσει μια στιγμή η κοπέλα άρχισε να πετρώνει και το κορμί της έγινε ένα με τον βράχο του βουνού. Την ίδια ώρα ο νεαρός πρίγκιπας απελευθερώνονταν από τα μάγια και ο χρόνος γυρνούσε πίσω στην πιο ευτυχισμένη του στιγμή. Όταν ανακάλυψε τον έρωτα.

Η μικρή πριγκίπισσα δέχτηκε την ανταλλαγή χωρίς δισταγμό. Το να σωθεί ο πρίγκιπάς της άξιζε κάθε τίμημα, κάθε αντάλλαγμα, κάθε δική της θυσία.Στο κάτω κάτω εκείνη είχε ψάξει να βρει λύση στα αιώνια δεσμά του. Δεν της το είχε ζητήσει εκείνος. Οι πραγματικές θυσίες είναι αυτές που γίνονται χωρίς να μας ζητηθούν.Το τίμημα ήταν βαρύ. Κολλημένη για πάντα πάνω στην κορυφή ενός βουνού, άνθρωπος και πέτρα μαζί, ποτέ να μη μπορεί να τον πλησιάσει. Μόνο μικρά κομμάτια βράχου όταν θρυμματίζονταν από το πέτρινο φόρεμά της γίνονταν μικρά πουλιά που μπορούσαν να πετάξουν κοντά στον αγαπημένο της για να της φέρουν τα νέα του, ότι ήταν καλά και η θυσία της είχε πιάσει τόπο.

ΤΕΛΟΣ



Το παραμύθι τούτο, υμνεί την αγάπη και μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος για χάρη της. 
Είναι η συμμετοχή μου στον κύκλο του χορού της αγάπης που οργάνωσε η Αριστέα μας 
στο όμορφο σπιτικό της.
Δώστε τα χέρια όλοι και ίσως καταφέρουμε να αγκαλιάσουμε με αγάπη ολάκερη τη γη !

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΟΥ ΠΕΛΕΚΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ


Xρόνια πολλά πριν, τόσο παλιά που η πραγματικότητα γίνεται μύθος και οι μύθοι χάνονται μέσα στους αιώνες, ένας άνδρας, ο Νικόλαος, αποφάσισε ν’ ανέβει στο βουνό των Θεών, τον Όλυμπο και ν’ αναμετρηθεί με τον Άρη, τον θεό του πολέμου, για τον τίτλο του πιο καλού πολεμιστή Ας πάρουμε όμως την ιστορία μας από την αρχή.

Τον καιρό εκείνο όταν ο Δίας έταξε την Αφροδίτη στον Ήφαιστο κι αυτή προσπάθησε να το σκάσει με τη βοήθεια του Απόλλωνα, εκείνος από τον θυμό του και στην προσπάθειά του να τους σταματήσει, μη μπορώντας όμως να τρέξει, τους πετάξε έναν διπλό πέλεκυ που στην κορυφή του είχε την αιχμή ενος δόρατος. Το πέταξε με τόση δύναμη που διαπέρασε τους ιερούς χιτώνες και των δυο θεών και καρφώθηκε με δύναμη σε έναν βράχο ακινητοποιώντας τους.

Ο Ήφαιστος έσυρε τη γυναίκα του πίσω στο εργαστήρι του και ο Απόλλωνας έφυγε στα γρήγορα για την ψηλή κορφή του Ολύμπου. Ο διπλός πέλεκυς έμεινε καρφωμένος στον βράχο και ποτέ κανείς δεν κατάφερε να τον τραβήξει από κει μήτε θνητός μήτε αθάνατος. Τα χρόνια πέρασαν και ο πέλεκυς παρέμενε στο βράχο σαν αξιοθεάτο να καταμαρτυρά την αποτυχημένη προσπάθεια της Αφροδίτης να γλυτώσει απο τη συζυγική εστία του Ηφαίστου.

Ήταν αλήθεια ξεχωριστός αυτός ο πέλεκυς. Δουλεμένος από το χέρι το πρωτομάστορα του κόσμου. Το μέταλλό του είχε λιώσει χιλιες φορες στη φωτιά του Ηφαίστου και είχε παγώσει στα νερά της Στύγας. Το μέταλλό του το χτύπαγε και το λείαινε χίλια μερόνυχτα και την κόψη του την είχε ακονίσει χίλιες φορές από την κάθε πλευρά. Είχε τη δύναμη χιλίων σπαθιών, αλλά χρειάζονταν και την ανδρεία χιλίων ανδρών για να το κρατήσεις στα χέρια σου.

Ένας πέλεκυς που μέσα του έκρυβε τη δύναμη του κόσμου. Τόση, που ένα χέρι δυνατό θα μπορούσε με ένα χτύπημα να κόψει τον κορμό του δέντρου που κρατούσε κι αυτήν ακόμα την γη. Ο πέλεκυς έπαιρνε δύναμη απο την ψυχή του ανδρείου που τον κρατούσε και η ψυχή από τον πέλεκυ. Ένα ξόρκι χαμένο στις αρχές του χρόνου, δεμένο με φωτιά και ατσάλι. Μάταια είχε προσπαθήσει ο Άρης, ο θεός του πολέμου να αποδεσμεύσει τον πέλεκυ από το βράχο. Ό,τι κι αν είχε κάνει δεν είχε φέρει αποτέλεσμα. Η λάμα του έμενε σφηνωμένη και αμετακίνητη εκεί μέσα στο βράχο.

Εκείνον τον καιρό ένας άνδρας διάβαινε την πορεία του στη γη. Ο Νικόλαος ! Γεννημένος στρατηγός, αναθρεμμένος πολεμιστής, δουλεμένος στην ορμή και στη βουή της μάχης. Το κορμί του στόλιζαν σημάδια από όλες τις μάχες του κόσμου. Σημάδια ανδρείας και θάρρους. Οι στρατηγοί του τον λάτρευαν και οι στρατιώτες του θα πέθαιναν γι’ αυτόν χωρίς δεύτερη σκέψη. Είχε μέσα του το θάρρος χιλίων ανδρών....

Μια μέρα ο δρόμος τον έβγαλε στο μονοπάτι του πέλεκυ των αιώνων. Πλησίασε απο κοντά να δει αυτό για το οποίο μιλούσαν οι προγόνοι του και οι συνομίληκοί του. Ήταν αλήθεια θεόφτιαχτο το όπλο αυτό. Άπλωσε το χέρι του να το αγγίξει και μια ενέργεια τον διαπέρασε. Σαν να του μιλούσε ο ίδιος ο πέλεκυς. Σαν να του είπε ‘’τράβα με άρχοντά μου, εσένα περίμενα τόσα χρόνια’’. Ο Νικόλαος ακολουθώντας αυτή τη μυστική φωνή έπιασε γερά τον πέλεκυ και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία τον τράβηξε απο το βράχο.

Ο πέλεκυς ήταν ελεύθερος και ο Άρης έτριζε τα δόντια του απο τη ζήλια του. Ο Νικόλαος γύρισε πίσω στο στρατό του περήφανος και ευτυχισμένος για το κατόρθωμά του, αλλά όχι αλλαζονικός. Οι στρατιώτες του τον περιέβαλαν με θαυμασμό και του επιφύλαξαν τιμές ήρωα. Πήγε στο σπίτι του να βρει τη μάνα του και την αδερφή του και βρήκε το σπίτι αδειανό. Του φάνηκε παράξενο. Μάταια ρωτούσε κι έψαχνε. Κανεις δεν ήξερε. Κανείς δεν είχε δει. Και τότε μια παρουσία χαχανίζοντας του ψιθύρισε,

‘’Τις γυναίκες σου αν θες να βρεις στον Όλυμπο να ανέβεις. Εκεί σε περιμένει ο Άρης σε αγώνα άνισο και αν τον νικήσεις τα θηλυκά θα πάρεις πίσω, αλλιώς όλοι μαζί θα κατεβείτε στον Άδη, χαχαχαχαχαχαχα’’

Τινάχτηκε ο Νικόλαος σαν να τον είχε χτυπήσει ρεύμα και χωρίς δεύτερη σκέψη ενημέρωσε το στράτευμά του οτι θα έφευγε αμέσως για τον Όλυμπο. Δεν δέχτηκε να τον συνοδεύσει κανείς. Αυτό ήταν ένα ταξίδι μάλλον χωρίς γυρισμό και δεν θα μοιραζόταν ποτέ την μοίρα του με κανέναν άλλον. Ήταν δικό του αυτό το ριζικό. Όλη νύχτα προχωρούσε και το πρωί τον βρήκε να ανεβαίνει τους πρόποδες του Ολύμπου. Δε λογάριαζε κούραση μήτε πείνα μήτε νύστα. Όσο προχωρούσε ο θυμός του θέριευε για την κακία του θεού. Ένα θεό που υπηρετούσε εν μέρει και πάντα τιμούσε. Έναν θεό που τώρα θα έπρεπε να πολεμήσει. Κι έτσι έγινε...

Πριν το μεσημέρι βρισκόταν έξω απο το βασίλειο των θεών κι εκεί ο Άρης τον περίμενε γεμάτος ζήλια και κακία. Ποιος ηταν αυτός ο ταπεινός θνητός που άξιζε τον πέλεκυ πιότερο απο τον ίδιο τον θεό του πολέμου; Η μάχη άρχισε αμέσως και ο Νικόλαος δεν πίστευε στα μάτια του ότι πολεμούσε με τον θεό του πολέμου. Στα χέρια του κρατούσε τον πέλεκυ και ο θεός αντάριαζε σε κάθε χτύπημα του στρατηγού. Ένιωθε τη δύναμη του όπλου στα χέρια του και τον σεβασμό που έδειχνε σε αυτόν που το κράταγε. Ήταν ζωντανό αυτό το όπλο και είχε διαλέξει τον κτήτωρά του. Όμως αυτό του ήταν πολύ για να το δεχτεί και να το χωνέψει ο αιμοσταγής θεός. Ο Νικολαος απέφευγε με δεξιοτεχνία κάθε χτύπημα του θεού και ανάλογα του κατάφερνε κάμποσα δικά του. Ο πέλεκυς του Νικόλαου άστραφτε όταν χτύπαγε το δόρυ και το σπαθί του θεού. Και η μάχη συνεχιζόταν. Κάθε ώρα που περνούσε χάριζε κι ένα σημάδι ακόμα πάνω στο κορμί του Νικόλαου, όμως αυτός ήταν αποφασισμένος να πάρει τις γυναίκες πισω.

Οι ώρες περνούσαν, νύχτωσε και ξημέρωνε πάλι και οι δυο άνδρες, θνητός ο ένας, αθάνατος ο άλλος συνέχιζαν να πολεμούν. Ο ήχος των όπλων τους αντηχούσε όλη νύχτα και κανείς στον επίγειο κόσμο δεν είχε κατάφερε να κοιμηθεί. Κι εκεί λίγο μετά την ανατολή του ήλιου ο Νικόλαος μαζεύοντας όση δύναμη του είχε μείνει έκανε μια στροφή γύρω από τον άξονά του και κατέβασε με όλη του τη δύναμη τον πέλεκυ πάνω στο σπαθί του Άρη. Κι αυτό έσπασε...

Ένας κεραυνός συντάραξε τον κόσμο και εμφανίστηκε ο Δίας. ‘’Ο αγωνας ελαβε τελος ‘’ βροντοφωναξε. ‘’Νικόλαε πάρε τις γυναίκες σπίτι σου και ο Άρης δεν θα ξανασταθεί στο δρόμο σου. Ο πέλεκυς των αιώνων ειναι δικός σου’’. ‘’Άρη’’ είπε ο Δίας γυρνώντας στον θεό, ‘’ο γενναίος αυτός νίκησε με την αξία του. Έχει τη δύναμη και την ψυχή χιλίων ανδρών. Αυτός είναι ο κτήτωρας του πέλεκυ’’

Ο Νικόλαος πήρε τις γυναίκες του και γύρισε πίσω στον τόπο του. Δεν ζητωκραύγασε ούτε περηφανεύτηκε που νίκησε τον θεό. Την ιστορία τη λένε οι ραψωδοί χρόνια τώρα κι έτσι έφτασε ως τα σήμερα. Λένε ακόμα για έναν άντρα που κάποτε νίκησε τον θεό του πολέμου, που στην ψυχή του είχε τη δύναμη χιλίων ανδρών και που ως τα βαθειά του γεράματα κράδαινε στο χέρι του τον πέλεκυ των αιώνων, και προστάτευε τον τόπο του με αυτόν.

Τον έλεγαν Νικόλαο !


ΤΕΛΟΣ

Ήταν ένα ακόμα συνταξίδεμα στο δρώμενο της Αριστέας μας, Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι !

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Ο ΜΟΝΟΚΕΡΟΣ

Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μικρό βασίλειο της σκανδιναβικής χερσονήσου ένα κορίτσι γεννήθηκε. Ένα πλάσμα γλυκό και όμορφο που γέμισε χαρά και ευτυχία τη ζωή των γονιών της. Ανατράφηκε με όλες τις ανέσεις και τις τιμές που άρμοζαν σε μια πριγκίπισσα και η αγάπη των γονιών της ήταν αυτή που δεν άφηνε κανένα αίτημά της ανεκπλήρωτο. Ήταν καλό πλάσμα όμως τούτο το παιδί. Ούτε τα πλούτη ούτε η αδυναμία των δικών της κατάφεραν να αλλοιώσουν τον αδαμάντινο χαρακτήρα της. Γλυκιά και υπάκουη, έξυπνη και δίκαιη, ήταν σωστό κόσμημα. Πολλοί νέοι όταν μεγάλωσε λαχταρούσαν να τραβήξουν την προσοχή της και να κλέψουν την καρδιά της. Μάταια όμως...


Η Μαριλένα αγαπούσε τα άλογα. Μες τα μάτια τα κοιτούσε και η ψυχή της μιλούσε μες στο μυαλό τους. Περνούσε από μπροστά τους κι αυτά χαμήλωναν το κεφάλι με σεβασμό. ΄Απλωνε το χέρι της και την πλησίαζαν γοργά να νιώσουν το άγγιγμά της. Βιάζονταν να δοκιμάσουν ζάχαρη και μήλα από τα χέρια της. Κι αυτή τα λάτρευε όμως. Τα βούρτσιζε μόνη της, τα χαϊδολόγαγε και τους μιλούσε γλυκά. Και όταν ανέβαινε πάνω στη ράχη τους τα άφηνε να τρέξουν ελεύθερα και να την οδηγήσουν σε όποιο ξέφωτο εκείνα επιθυμούσαν. Από όλα της τα άλογα, τη Λευκή αγάπαγε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο αυτό. Κάτασπρη σαν το χιόνι, ανάλαφρη σαν το σύννεφο, γρήγορη σαν τον άνεμο. Την ήξερε από μικρή. Μικρό πουλάρι γεννήθηκε στα χέρια της και μαζί μεγάλωναν άλογο και γυναίκα, γυναίκα κι άλογο. Ένας μαγικός δεσμός γεννήθηκε ανάμεσά τους. Οι δυο τους μιλούσαν με τα μάτια, με το νου. Και κάθε μέρα οι δυο τους χάνονταν για ώρες πολλές ταξιδεύοντας σε όλη τη γη του βασιλείου.


Μια σκοτεινή μέρα ενώ βρίσκονταν στο δάσος, ληστές παραφύλαγαν σε απόσταση αναπνοής. Από καιρό σχεδίαζαν να αρπάξουν την όμορφη κοπέλα ώστε να πάρουν χρυσό σε αντάλλαγμα για τη ζωή της από το βασιλιά πατέρα της. Εμφανίστηκαν απότομα μπροστά τους και τρόμαξαν τη νέα κοπέλα και το άλογό της. ΄Εκανε να φύγει κι αυτοί άρχισαν να την κυνηγούν. Ήταν ένα κυνηγητό άγριο και τρομαχτικό. Η Λευκή έτρεχε μέσα στο δάσος με όση δύναμη είχε. ΄Επρεπε με κάθε τρόπο να σώσει τη μικρη κυρά της. Περνούσε δίπλα από ψηλά δέντρα, πηδούσε πάνω από θάμνους. Τα κλαδιά και τα φύλλα τους χτυπούσαν το πρόσωπο. Τα αγκάθια καρφώνονταν πάνω στη σάρκα τους. Όμως εκείνη συνέχιζε να τρέχει. Η Μαριλένα την κρατούσε δυνατά και πότε πότε της χάιδευε το λαιμό λέγοντάς της,

- Θα τα καταφέρουμε κορίτσι μου, κράτα γερά.



Οι ληστές χωρίς να πτοούνται συνέχιζαν να τις καταδιώκουν. Φώναζαν και ούρλιαζαν πίσω τους, τρομάζοντας ακόμα περισότερο τα δυο πλάσματα. Εκείνες ενωμένες σαν ένα σώμα συνέχιζαν να τρέχουν. Η κοπέλα πάνω στο άλογο. Το άλογο και η κυρά του. Άνθρωπος και ζώο σαν ένα σώμα, χωρίς η μια να θέλει να εγκαταλείψει την άλλη. Και το κυνηγητό συνεχίστηκε. Μάταια πίστευε το κορίτσι ότι οι ληστές θα βαρεθούν ή θα κουραστούν και θα φύγουν. Μάταια ήλπιζε ότι με το άλογό της θα μπορούσαν να τους ξεφύγουν και να σωθούν. Μάταια ονειρευόταν ότι σύντομα θα βρισκόταν στην αγκαλιά των δικών της και όλα αυτά θα τελείωναν σαν ένα κακό όνειρο μόλις το χαϊδέψει η πρώτη αχτίδα του ήλιου.

Όμως η Λευκή κάποια ώρα κουράστηκε και στην προσπάθειά της να πηδήξει πάνω από ένα χαντάκι, έπεσε μέσα σε αυτό παρασέρνοντας μαζί της και τη Μαριλένα. ΄Αλογο και γυναίκα βρέθηκαν κουβαριασμένες μέσα στο γήινο αυτό άνοιγμα κι ένας αφόρητος πόνος έκοβε την ανάσα και των δυο. Ένα μακρύ κλαδί σαν κοντάρι εί χε διαπεράσει γυναίκα και άλογο στα σπλάχνα και το άιμα τους έβαφε και τις δυο τους κόκκινες. Οι ληστές βλέποντας το αποτέλεσμα του εγχειρήματός τους αντί να τις βοηθήσουν τράπηκαν σε φυγή μη λάχει και τους δει κανείς και τους συνδέσει με το άθλιο αυτό τέλος. Το άλογο άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε την κυρά του καθώς η ζωή έσβηνε σιγά σιγά από μέσα του.Το ίδιο όμως κι εκείνη. Κρατούσε με το ένα χέρι την πληγή της και με το άλλο χάιδευε το πρόσωπο του αλόγου.

Η Κυρά του Δάσους λυπήθηκε τα δυο ανήμπορα πλάσματα. Λυπήθηκε για την άδικη μοίρα τους και για την κακία των ανθρώπων που την είχε προκαλέσει. Είδε την αγάπη ανάμεσα στο άλογο και τη γυναίκα και το θάνατο που ζύγωνε και τις δυο και η νεραϊδένια της καρδιά ράγισε και δάκρυσε. Εμφανίστηκε λοιπόν μπροστά τους και πλησιάζοντας την αιμόφυρτη κοπέλα της ψιθύρισε,

- Μη φοβάσαι, είμαι η Κυρά του Δασους και ήρθα να σε βοηθήσω. Αν με αφήσεις να τραβήξω το κοντάρι από μέσα σου θα μπορέσω να σε γιατρέψω

- Και το άλογό μου ; ρώτησε η κοπέλα.

- Μόνο τη μια σας μπορώ να κάνω καλά. Ακόμα κι εγώ δεν μπορώ να τα βάλω έτσι με τον Θάνατο. Μόνο μια ζωή δικαιούμαι να χαρίσω, ξανάπε η νεράιδα.

- Δεν τη θέλω τέτοια θυσία, αποκρίθηκε εκείνη κλαίγοντας. Ούτε να ζήσω ενώ εκείνη θα χαθεί. Αυτή κι εγώ είμαστε ένα. Αν τη χάσω θα είμαι μισή. Τι να την κάνω μισή ζωή;

Η Κυρά θαύμασε την αγάπη και την αυτοθυσία της κοπέλας και της πρότεινε κάτι άλλο. Κάτι που ούτε η ίδια πίστευε ότι θα μπορούσε να ξεστομίσει ποτέ.

- Έχετε και οι δυο λιγότερο από μισή ζωή μέσα σας πια. Αλλά δε μπορώ να σώσω και τις δυο σας. Μπορώ όμως να σας κάνω μια. Θες να ενωθείς με το άλογό σου σε ένα πλάσμα ανωτερο και ξεχωριστό; Θα μπορέσετε να ζήσετε σαν ένα πλάσμα με ψυχή ανθρώπου και ζώου σε ένα κορμί;

- Ναι, αποκρίθηκε η Μαριλένα χωρίς δισταγμό, αλλά και χωρίς να πολυκαταλαβαίνει τι θα συνέβαινε. Της έφτανε μόνο ότι η Λευκή της θα σωζόταν.

Ένα σύννεφο χρυσόσκονης σκέπασε άλογο και γυναίκα και μια λευκή λάμψη τις περιέβαλε και τις δυο. Σύννεφα συγκεντρώθηκαν από πάνω τους και μια απόκοσμη βουή συντάραξε τον κόσμο όλο κι εκείνες μαζι. Σαν να αναστέναζε η γη και σαν να έκλαιγε ο ουρανός. Μια λευκή βροχή ξέπλυνε και τα δυο πλάσματα που ξαφνικά γίναν ένα.


'Οταν η βροχή και η αντάρα καταλάγιασαν κάποιος μπορούσε να δει μπροστά του ένα άλογο ψηλό και λευκό σαν χιόνι που στο κεφάλι του είχε ένα μυτερό κέρατο. Τα μάτια του μιλούσαν ανθρώπινα, γιατί ήταν της Μαριλένας, τα μάτια αυτά. Το κέρατο συμβόλιζε τον τρόπο με τον οποίο πέθαναν τα δυο πλάσματα. Το ξύλο που διαπέρασε τα κορμιά τους κάνοντάς τα ένα και οδηγώντας τα στην αιώνια ένωσή τους καταστρατηγώντας τον θάνατο. Το πλάσμα αυτό ονομάστηκε μονόκερος και είναι αμφίβολο αν υπήρξε ποτέ δεύτερο στον κόσμο αυτό. Είναι η μαγική ένωση ενός αλόγου και μιας γυναίκας που δεν θέλησαν να θυσιάσουν η μια την άλλη για να σωθούν. Το ζώο αυτό θεωρήθηκε ανά τους αιώνες ιερό και συμβόλιζε την αγνότητα της ψυχής και την ειρήνη στον κόσμο. 


Ακόμα και σήμερα σε κάποια δάση της Σκανδιναβίας τις νύχτες που το φεγγάρι είναι ολοστρόγγυλο και τα νερά των λιμνών βαφονται χρυσοκίτρινα , μπορεί κανείς να δει μια λευκή μορφή αλόγου με ένα κέρατο στο μέτωπο της κεφαλής να σκύβει και να πίνει νερό στα ήρεμα νερά της λίμνης, και τα φυτά που βρίσκονται τριγύρω να σκύβουν υποκλινόμενα μπροστά στη ζωντανή απόδειξη της υπέρτατης θυσίας και αγάπης μιας γυναίκας για ένα άλογο, της πριγκίπισσας Μαρίλενας για τη Λευκή.



ΤΕΛΟΣ

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου

Το παραμύθι αυτό τραβά μια κόκκινη κλωστή που καταλήγει στην παραμυθοχώρα της Αριστέας μας !

ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ... εδώ 


ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΑΚΙ

Μια φόρα κι έναν καιρό στην άκρη ενός λιβαδιού φύτρωσε ένα λουλουδάκι. Ένα λουλουδάκι σαν τα χιλιάδες άλλα με λεπτό πράσινο μίσχο, μυτερά καλοσχηματισμένα φύλλα και όμορφα κόκκινα πέταλα. Γεννήθηκε μια ημέρα της άνοιξης και ενώ ήταν τόσο ίδιο με όλα τα άλλα λουλούδια του λιβαδιού, ήταν παράλληλα και τόσο διαφορετικό.


Λίγο πιο λεπτό, λίγο πιο ψηλό, λίγο πιο κόκκινο. Ένα σωστό ρουμπίνι στην άκρη ενός σμαραγδένιου λιβαδιού. Τα άλλα λουλούδια το έβλεπαν και το ζήλευαν. Και όσο περνούσε ο καιρός τόσο η ζήλια τους μεγάλωνε. Μέχρι που έφτασαν σε σημείο να το μισούν. Εκείνο το κακόμοιρο ιδέα δεν είχε για όλο αυτό. Εξάλλου ποιος ευθύνεται αλήθεια για την εμφάνισή του; Ο καθένας γεννιέται όπως όρισε η τύχη ή μια ανώτερη δύναμη που κάνει τη γη να κινείται και που σίγουρα δεν απολογείται.

Η ζήλια όμως είναι πολύ κακός σύμβουλος. Θολώνει το μυαλό και γεννά ιδέες και καταστάσεις που μόνο ένας άρρωστος νους θα μπορούσε να γεννήσει. Φτάνει κάθε πλάσμα στα άκρα και το κάνει κακό και μίζερο και ικανό για τις πιο μεγάλες σκευωρίες. Έτσι έγινε κι εδώ. Τα άλλα άνθη του λιβαδιού μην μπορώντας να αντέξουν την αδιόρατη υπεροχή του κόκκινου λουλουδιού καθώς και ότι οι πεταλούδες το επισκέπτονταν πολύ συχνότερα από ότι εκείνα, έβαλαν σε εφαρμογή ένα καταχθόνιο σχέδιο. Φώναξαν τα μυρμήγκια της γης και παρακάλεσαν να πάνε να του μασουλήσουν τα πέταλα μέχρι να πέσουν. Έτσι το μικρό λουλούδι θα έχανε την όμορφιά του.


Την επόμενη κιόλας μέρα τα μυρμήγκια πήγαν και αφού φτάσανε στο μικρό λουλούδι και ανέβηκαν πάνω στον ανθό του άρχισαν να του μασουλάν τα πέταλα και να τα τραβούν να πέσουν. Το ένα μετά το άλλο τα πέταλα του μικρού λουλουδιού βρέθηκαν στο έδαφος κι εκείνο απέμεινε γυμνό να το περιγελούν τα υπόλοιπα λουλούδια του λιβαδιού. 


Ό,τι συνέβη διαδόθηκε σε όλο το λιβάδι και πραγματικά κανείς δε χάρηκε γι’ αυτό καθώς το λουλουδάκι ήταν αρεστό και αγαπητό σε όλους και ποτέ δεν είχε προσβάλει ή προκαλέσει κανέναν. Κάποτε τα νέα φτάσανε και στα αυτιά της Κυράς τους δάσους που πάρα πολύ στενοχωρήθηκε, αλλά και θύμωσε. Με μιας βρέθηκε κοντά στο λουλούδι και απέμεινε να το κοιτάζει που στεκόταν εκεί κορδωτό, χωρίς πέταλα και με λιγοστά πια φύλλα.



- Μη στενοχωριέσαι του είπε γλυκά. Σύντομα θα διορθώσω όλο το κακό που σου έκαναν.

Μάζεψε λοιπόν όλες τις αράχνες και τους είπε,

- Θέλω να πάτε και να υφάνετε τον πιο όμορφο ιστό σας. Τον πιο δυνατό και τον πιο γυαλιστερό και να φτιάξετε για το λουλουδάκι πέταλα που να μοιάζουν με υπέροχο πέπλο. Θέλω να γυαλίζει στον ήλιο και όλοι να στέκουν να το κοιτούν.

Χωρίς δεύτερη σκέψη οι πιο διάσημες υφάντρες της φύσης άρχισαν το περίπλοκο έργο τους και πριν καλά καλά νυχτώσει το λουλούδι είχε ένα υπέροχο αδιόρατο άνθος που φώτιζε ακόμα και τη νύχτα. Στην καρδιά του η καλή Κυρά άφησε ένα μαγικό φιλί και αυτή βάφτηκε χρυσοκίτρινη. Όταν το είδαν τα άλλα λουλούδια ζήλεψαν τόσο πολύ που από την κακία τους έπεσαν τα δικά τους πέταλα και άρχισαν τα ίδια να μοιάζουν πια με ξερόχορτα. 


Τι κι αν τα πέταλά σου πέσουν ; Τι κι αν στα ρίξουν και χαθούν. Όσο έχεις τις ρίζες σου βαθειά στη γη και όσο ζεις, την τύχη σου την ορίζεις εσύ. Και από κει που νομίζεις ότι γονάτισες μπορεί να βρεθείς με ένα ολοκαίνουριο φόρεμα και ένα χρυσό φιλί να σε θαυμάζει όλο το σύμπαν.

ΤΕΛΟΣ

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου

Το παραμύθι αυτό δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει και καταλήγει στο σπιτικό της Αριστέας μας  που έχει γίνει σωστή παραμυθοχώρα !

Επίσης συνεχίζουμε τον αγώνα για τον Παύλο ... εδώ !

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Σελήνη, ένα δαχτυλίδι χαμένο στην αρχή του χρόνου.


Μια φορά κι έναν καιρό, βαθειά στην καρδιά ένος δάσους, μια φυλή έφτιαξε τις καλύβες της και ζούσε εκεί μονιασμένα. Ήταν όλοι φίλοι και μοιράζονταν τα πάντα. Ποτέ και τίποτα δεν έγινε αφορμή να τους χωρίσει ή να δοκιμάσει την όμορφη φιλία τους. Ακόμα και στις μάχες που έκαναν με τις αντίπαλες φυλές πάντα πολέμαγαν σαν μια γροθιά, πλάτη με πλάτη ώστε να είναι ο ένας η κάλυψη του άλλου. Ακόμα και τα λάφυρα που έπαιρναν τα βάζανε σε πουγκιά και ο καθένας τραβούσε από ένα στην τύχη ώστε κανείς να μην ζηλέψει του διπλανού του ούτε και να αντιδικήσουν για κάποιο από αυτά.

Αυτή την παρέα ζήλεψαν η Διχόνοια και η Απληστία, δυο κακές θεές αδερφές που η χαρά τους ήταν να υποβιβάζουν την ύπαρξη και το μεγαλείο της ψυχής του ανθρώπινου είδους και αποφάσισαν να την διαλύσουν, λες και τις ενοχλούσε σε κάτι. Όμως αυτές οι κακές θεές από αυτά τρέφονταν και δυνάμωναν. Ίσως να μην έφταιγαν ούτε και οι ίδιες αφού γι’ αυτό γεννήθηκαν και αυτός ήταν ο ρόλος τους στο σύμπαν. Ίσως αλήθεια να μην είχαν ποτέ επιλογή. Άνοιξαν το σεντούκι τους και μετά από πολλή σκέψη διάλεξαν ένα δαχτυλίδι, ολοστρόγγυλο, ολόχρυσο που πάνω του ήταν χαραγμένο το όνομα Σελήνη. Ήταν το μαγικό όνομα του δαχτυλιδιού. Ένα όνομα χαμένο στο χρόνο, χαραγμένο σαν από πάντα, λες και όταν έλιωσε ο χρυσός για να το φτιάξουν άφησε επίτηδες κενό στα συγκεκριμένα σημεία ώστε η δύναμη του δαχτυλιδιού να χαράξει από μόνη της το όνομά της.

Ήταν ένα δαχτυλίδι ξεχωριστό από τ’ άλλα. Ο χρυσός του ήταν καθαρός, είχε λιώσει στο κέντρο της γης, εκεί που ούτε θνητοί ούτε δαίμονες μπορούσαν να το αγγίξουν ή να το μαγέψουν και αφού έλιωσε, πάγωσε βαθειά στον άπατο ωκεανό μέχρι που έγινε συμπαγές. Ύστερα ο θεός της φωτιάς το κράτησε με τα δυνατά του χέρια και ο θεός των ουρανών έριξε έναν κεραυνό και του έδωσε το τέλειο στρογγυλό του σχήμα. Σε αυτό το δαχτυλίδι όλοι οι θεοί έκρυψαν κι ένα δωρό. Ο ένας έβαλε πλούτη και ο άλλος δύναμη, άλλος έκρυψε πνευματική διαύγεια και άλλος την ικανότητα να οδηγείς τα πλήθη. Όλοι το είχαν ακουστά αυτό το δαχτυλίδι μα ποτέ κανείς δεν το είδε. Ήταν κρυμμένο και χαμένο για αιώνες φοβούμενοι ότι οι άνθρωποι θα έφταναν στα άκρα για να το αποκτήσουν. Αυτό το δαχτυλίδι λοιπόν ανέσυραν από το σεντούκι τους οι δυο αδερφές και άρχισαν να καταστρώνουν το καταχθόνιο σχέδιό τους.

Μια βραδιά χωρίς πολλά άστρα στον ουρανό, γιατί δεν ξέρω αλήθεια αν γνωρίζετε, ότι τα πολύ πολύ παλιά χρόνια δεν υπήρχε φεγγάρι στο ουράνιο στερέωμα παρά μόνο αστέρια. Σε αυτό το λίγο φως των αστεριών αρκούνταν οι άνθρωποι τις νύχτες και στη φωτιά που φρόντιζαν να κρατούν αναμμένη όλη νύχτα. Μια βραδιά πιο σκοτεινή από τις άλλες αφού τα σύννεφα στον ουρανό εμπόδιζαν ακόμα κι αυτό το λίγο έναστρο φως να φτάσει στη γη, οι δυο θεές πήραν το δαχτυλίδι και το πέταξαν με τόση δύναμη στο χωριό των ανθρώπων που όλος ο τόπος ταρακουνήθηκε σαν να έκανε σεισμό. Πετάχτηκαν από τα στρωσίδια τους όλοι όρθιοι και τρομαγμένοι από το παράξενο αυτό φαινόμενο και μαζεύτηκαν στο κέντρο του χωριού ψάχνοντας να βρουν τι είχε συμβεί. Εκεί αντίκρυσαν αυτό που δεν πίστευαν ότι θα έβλεπαν ποτέ τους.

Πέρασε ώρα πολλή και όμως παρέμεναν σιωπηλοί και ακίνητοι μπροστά στο δαχτυλίδι που ήταν πεσμένο στο χώμα. Δεν ήξεραν αν έπρεπε να το αγγίξουν και ποιος από όλους θα έπρεπε να το κάνει αυτό. Τη σιωπή έσπασε κάποια στιγμή η φωνή της Διχόνοιας, η οποία στάθηκε αναμεσά τους και με δυνατή φωνή είπε,

- Μόνο ο πρώτος της φυλής, ο πιο γενναίος, ο πιο δυνατός, ο πιο έξυπνος, ο πρώτος μεταξύ όλων σας θα μπορέσει να πάρει αυτόν τον πολύτιμο θησαυρό στα χέρια του. Μόνο αυτός θα καρπωθεί όλα τα δώρα του δαχτυλιδιού που είναι τόσους αιώνες κρυμμένα μέσα του.

Ένας ψίθυρος άρχισε να ακούγεται που σιγά σιγά έγινε φωνές και οι φωνές κραυγές και οι κραυγές ουρλιαχτά και ξαφνικά όλοι άρχισαν να παλεύουν με όλους και να τσακώνονται. Όλα μονομιάς έδειχναν να έχουν χαθεί. Η φιλία, η αγάπη, η ομόνοια, η ισότητα, όλα σκόρπισαν σαν σκόνη στον άνεμο και οι θεές γελούσαν και έτριβαν τα χέρια τους από την τόση ικανοποίηση.

Πέρασαν ώρες πολλές και η αντάρα ξεθύμανε και όλος αυτός ο χαμός καταλάγιασε, γιατί οι άνθρωποι, που είναι από τη φύση τους καλοί, ακόμα κι όταν παρασύρονται, έρχεται κάποια στιγμή που λογικεύονται και ανασυντάσσονται, παίρνουν βαθειές ανάσες και αναπροσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους απέναντι σε ό,τι διδάχτηκαν να αναγνωρίζουν και να τιμούν. Ένας γέροντας τότε, τα χρόνια του οποίου είχαν πάψει από καιρό να μετρούν πλησίασε τους ανθρώπους και είπε,

- Είμαι σε αυτή τη φυλή από τότε που καρφώθηκε ο πρώτος πάσαλος στη γη για να στηθεί η πρώτη σκηνή. Ποτέ μέχρι τώρα δεν ξανάδαν τα μάτια μου τέτοια ντροπή και τέτοια οργή. Δεν είμαστε έτσι εμείς. Η φυλή μας στηρίζεται στην αγάπη και την ομόνοια. Ποτέ και τίποτα δεν στάθηκε ικανό να μας χωρίσει. Και τωρα εσείς για ένα δαχτυλίδι... Τι σας έλειψε αλήθεια και τι ζηλέψατε ; Τι παραπάνω θα μπορούσε να σας προσφέρει απ’ όσα μέχρι τώρα έχετε αποκτήσει ;

Όλοι άκουγαν προσεκτίκα τον σοφό γέροντα και ντρέπονταν για την αδυναμία και τον παραλογισμό που είχαν δείξει νωρίτερα. Ο γέροντας έπιασε το δαχτυλίδι από το έδαφος και τους κάλεσε όλους να κάνουν ένα κύκλο γύρω του. Άπλωσαν τα χέρια τους πάνω στον γέροντα και αυτός σηκώνοντας το χέρι του ψηλά και κρατώντας το δαχτυλίδι φώναξε,

- Δαχτυλίδι των θεών και των δώρων δεν έχει θέση για σένα εδώ. Σε αυτόν τον τόπο δε χωράς σε κανένα δάχτυλο. Εδώ κανείς δεν θα πολεμήσει για χάρη σου όσο πολύτιμα δώρα κι αν κρύβεις μέσα σου γιατί είναι ευτελέστερα από την ομόνοια και την αγάπη που μας διακατέχει. Εδώ είμαστε όλοι για έναν και ένας για όλους. Και τινάζοντας το χέρι του προς τα πάνω πέταξε το δαχτυλίδι του ψηλά στον ουρανό.

Τότε, μια λάμψη φώτισε τα ουράνια και μια φωνή ακούστηκε. Ήταν η φωνή από τη λάβα της γης που είχε λιώσει τον χρυσό του δαχτυλιδιού και η φωνή του άπατου ωκεανού που το είχε συνθέσει. Ήταν η φωνή του κεραυνού που το είχε κόψει και λειάνει και οι φωνές των θεών που είχαν κρύψει τα δώρα τους σε αυτό το μοναδικό αντικείμενο.

- Ωωω, μεγαλειώδεις θνητοί, εξαίρετα πλάσματα, ξεχωριστοί άνθρωποι, πόσοι αιώνες πέρασαν μέχρι να φτάσει η στιγμή να ακούσω τα λόγια που τώρα λέτε. Αυτά που θα με απελευθέρωναν από τα δεσμά της ύλης. Πόσοι χειμώνες και πόσα καλοκαίρια πέρασαν μέχρι θνητός να ξεστομίσει αυτά που εσείς μόλις είπατε. Εσείς που είστε ενωμένοι σαν μια γροθιά, εύκαμπτοι, αλλά αδιαίρετοι. Εσείς μόλις λύσατε το ξόρκι που με έδενε αιώνια σε ένα ατέλειωτο ταξίδι προσμονής και μου χαρίσατε τη θέση που από την αρχή των χρόνων ήταν γραφτό να έχω.

Το δαχτυλίδι άρχισε σιγά σιγά να ανεβαίνει ψηλά, να διευρύνεται και να γεμίζει και να μετατρέπεται σε μια μεγάλη φωτεινή σφαίρα. Ανέβηκε τόσο ψηλά στο ουράνιο στερέωμα που φώτιζε σαν ένας μικρός ήλιος μες στη νύχτα, αλλά λίγο πιο αδύναμα.

- Από σήμερα και στο εξής δεν θα είμαι δαχτυλίδι, ακούστηκε η φωνή του δαχτυλιδιού, αλλά ουράνιο σώμα, πλανήτης. Θα αναγορεύομαι Σελήνη και θα φωτίζω τα βράδια τον κόσμο σας. Όλα αυτά τα δώρα που οι θεοί έκρυψαν μέσα μου θα χαριστούν στη φυλή σας για να μην ξεχάσει κανείς ποτέ πως η ομόνοια και η αγάπη είναι ισχυρότερες από κάθε δύναμη στον κόσμο αυτό και πως ακόμα και οι θεοί και ο χρόνος ο ίδιος υποκλίνονται μπροστά τους.

Από εκείνη τη μέρα λοιπόν το δαχτυλίδι της αρχής του χρόνου έγινε το φεγγάρι που ακόμα φωτίζει τις νύχτες μας και αν καλοκοιτάξετε τα βράδια που έχει πανσέληνο και ο ουρανός είναι καθαρός θα δείτε στην επιφάνειά του κάπου στη μέση του κύκλου να αχνοφαίνονται κάποια γράμματα και αν δεν με γελούν τα μάτια μου... γράφουν Σελήνη.


ΤΕΛΟΣ






Ο ΑΝΕΜΟΣ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Άνεμος. Ναι, ο Άνεμος. Αυτός ο αόρατος που κάνει τα σύννεφα να τρέχουν στον ουρανό και που σηκώνει τα κύματα στη θάλασσα. Αυτός που κάνει τα φύλλα να θροϊζουν και τη ζεστή σάρκα ν’ ανατριχιάζει στο άγγιγμά του.

Ένα δειλινό, σε μιαν ακρογιαλιά και ενώ για μία ακόμα φορά έκανε τα νερά να σκιρτούν, είδε μια γυναικεία μορφή να βγαίνει από τη θάλασσα. Το πιο φυσικό θα ήταν να την προσπεράσει και να συνεχίσει το αντάριασμα του νερού, όμως εκείνος στάθηκε και η ορμή του κόπασε. Απέμεινε σιωπηλός να κοιτάζει τη μισόγυμνη γυναίκα, που τα νερά έτρεχαν ακόμα απάνω της. Την πλησίασε σιωπηλά και μύρισε την αλμύρα στο κορμί της, το άρωμα που η αδερφή του η θάλασσα είχε ποτίσει το δέρμα της.

Και ο Άνεμος ερωτεύτηκε . Εκείνη, σαν να ένιωσε κάποιον γύρω της και τινάχτηκε.

- Ποιος είναι εκεί, ρώτησε, αλλά απόκριση δεν πήρε.

Ο ‘Ανεμος έμεινε γύρω της ασάλευτος, αθόρυβος μην την τρομάξει πιο πολύ.

- Τι να σου πω και πώς να με ακούσεις; είπε εκείνος.

- Ποιος μίλησε; ξαναφώναξε εκείνη.

- Με ακούς; ρώτησε αυτός, χωρίς να καταλαβαίνει ποια μυστική δύναμη είχε ταράξει την ασπίδα που εμπόδιζε θνητούς να δουν και ν’ ακούσουν πλάσματα σαν κι αυτόν.

- Ναι, σε ακούω. Ποιος είσαι; Πού είσαι; ξαναφώναξε εκείνη.

- Είμαι ο Άνεμος, αποκρίθηκε εκείνος.

Η κοπέλα είδε ξαφνικά τον αέρα μπροστά της να πυκνώνει και να σχηματίζεται η μορφή ενός άνδρα. Τα μάτια του ήταν αφύσικα γκρίζα μες στο σκοτάδι και η μορφή του διάφανη. Δεν πατούσε πουθενά, αιωρείτο. Άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει κι ένιωσε στη σάρκα της την παγωμένη πνοή του Ανέμου. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν τη μορφή της θείας οντότητας, αλλά εκείνος δεν ένιωσε τίποτα.

- Είσαι τόσο παγωμένος , του ψιθύρισε.

- Εγώ δε μπορώ να σε νιώσω, της είπε. Είναι η κατάρα της αθανασίας. Τίποτα γήινο δε μπορεί να μας αγγίξει, καμιά άισθηση δεν μπορεί να φτάσει στον πυρήνα του είναι μας.

Η νύχτα περνούσε και τα δυο πλάσματα, θνητό και αθάνατο, γυναίκα και άνδρας, προσωρινό και αιώνιο έμεναν εκεί. Μιλούσαν σιγά, κινούνταν ελάχιστα και πλησίαζε ο ένας τον άλλον. Πλησίαζαν και πλησίαζαν και ξαφνικά ο αέρας δάκρυσε, αλλά δεν ένιωσε τα δάκρυά του. Και το κορίτσι τον άγγιξε, αλλά δε χάρηκε τη ζεστασιά της. Τα χείλη της πλησίασαν τα δικά του, αλλά ενώ εκείνη ρίγησε αυτός δεν έιχε τη γεύση της στα χείλη του.

Οι μέρες περνούσαν και οι δυο εραστές μεγάλωναν την αγάπη τους. Ήταν πραγματικά απίστευτο πώς συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όλα τα αιώνια πλάσματα της γης χαίρονταν μα και ζήλευαν τους δυο παράταιρους εραστές, που όμως αλληλοσυμπληρώνονταν σαν δυο σταγόνες νερό, σαν δυο ριπές ανέμου, σαν δυο αχτίδες φωτός. Ο Άνεμος όμως δε μπορούσε να νιώσει την αγαπημένη του. Το σμίξιμό τους άφηνε σε κείνη μιαν αίσθηση θεία ενώ σε εκείνον το απόλυτο κενό. Έπαιρνε χαρά μόνο από τη χαρά της και αικνοποίηση από κάθε λάμψη στα μάτια της, αλλά λαχταρούσε να τη νιώσει όσο πολύ την αγαπούσε.

Κάποτε μην αντέχοντας άλλο, γύρισε τα μάτια του στον ουρανό και έκλαψε. Έκλαψε τόσο δυνατά και τόσο πολύ που το υπέρτατο όν τον λυπήθηκε. Ένιωσε την απελπισία στην καρδιά του τόσο μεγάλη που φοβήθηκε πως αν δεν εβρισκε μια λύση σύντομα ο πόνος του Ανέμου θα γινόταν ανεμοστρόβιλος που θα κατέστρεφε τα πάντα στο πέρασμά του.

- Άνεμε, του φώναξε μια μέρα. Άνεμε, με ακούς ;

- Σε ακούω άρχοντά μου, απάντησε εκείνος με φωνή που έσταζε δυστυχία.

- Αφού είναι τόσο ανυπόφορα οδυνηρό για σένα, θα σου χαρίσω το δικαίωμα να νιώθεις και να αισθάνεσαι την αγαπημένη σου, αλλά θα απαρνηθείς την αθανασία. Θα γίνεις θνητός και ευάλωτος σε καθετί που μπορεί να βλάψει τους ανθρώπους, θα γεράσεις, θα πονάς και θα αρρωσταίνεις όπως εκείνοι και θα χάσεις όλες τις θείες δυνάμεις σου. Ό,τι θες θα το αποκτάς με τον μόχθο σου και μόνο.

- Ναι, άρχοντά μου, σε ευγνωμονώ για τη μεγαλοσύνη σου. Είμαι διατεθιμένος να απαρνηθώ τα πάντα για χάρη της.

- Ας είναι, απάντησε το υπέρτατο ον. Πάρε την αγαπημένη σου και πήγαινέ την στην άκρη ενός γκρεμού που από κάτω θα είναι θάλασσα. Βάλε τη μεσα και αφού ξανοιχτεί στη θάλασσα, βούτα στα νερά του ωκεανού από την κορυφή του γκρεμού. Πέφτοντας στο νερό οι δυνάμεις σου θα σκορπίσουν στο νερό και εσύ θα αναδυθείς θνητός.

- Τρέχω άρχοντά μου, τρέχω, φώναξε ο Άνεμος και γύρισε να πάει στην αγαπημένη του να της πει τα νέα.

- Πρόσεχε Άνεμε, αν ανέβεις εκεί πάνω και δεν πέσεις στο κενό πριν η βάρκα χαθεί στα ανοιχτά, εσύ θα μείνεις για πάντα θεός κι αυτή θνητή και δεν θα την ξανανταμώσεις ποτε.

- Κατάλαβα, φώναξε εκείνος και άρχισε να τρέχει.

Λίγο πριν τη δύση του ήλιου η Νεφέλη ήταν ήδη μέσα σε μια βάρκα στη θάλασσα και ο Άνεμος ετοιμαζόταν να πηδήξει από τον γκρεμό στα άπατα νερά του ωκεανού, ταξίδι στη λύτρωση. Εκέινη την ώρα όμως άνθρωποι κακοί πάνω σε μια βάρκα είδε να πλησιάζουν την αγαπημένη του. Της μίλαγαν πρόστυχα και προσπαθούσαν να πλευρίσουν τη βάρκα. Προσπαθούσαν να την πιάσουν, να λαβώσουν τη σάρκα της και να σκοτώσουν την ψυχή της. Εκείνος ήταν μακριά. Δε μπορούσε να τη βοηθήσει. Εκείνη πάλι δεν τράβαγε κουπί να απομακρυνθεί να σωθεί, μην τάχα και χαθεί από τη ματιά του και μαζί της χαθεί και η μοναδική ευκαιρία που ειχαν να ζήσουν στον κόσμο μαζί.

- Νεφέλη, τράβα κουπί, απομακρύνσου, της φώναξε.

Αυτή όμως δεν τολμούσε να κουνηθεί και τα κτήνη πλησίαζαν. Μπορούσε ακόμη να ακούσει τι έλεγαν τα στόματά τους ότι θα της έκαναν. Μπορούσε να νιώσει ακομα τη μάυρη ψυχή τους και το φαρμάκι που ειχαν για αίμα στις φλέβες τους. Και όλο πλησίαζαν... όλο πλησίαζαν.

Όμως ο Άνεμος δε θα μπορούσε ποτέ να αφήσει την αγαπημένη του να πάθει κακό, όποιο και να ήταν το τίμημα. Με όλη τη θείκή του πνοή φύσηξε δυνατά και ξαναφύσηξε και τα κύματα σηκώθηκαν στο άκουσμα του θεού και παρέσυραν μακριά τα ανθρώπινα μιάσματα. ‘Οσο φυσούσε όμως για να πάει τους εχθρούς μακριά ξεμάκραινε και η βάρκα της αγαπημένης του. Ξεμάκραινε όλο και πιο πολύ ώσπου στο τέλος χάθηκε από τα μάτια του. Και μαζί με την εικόνα της χάθηκε και τ’ όνειρό τους.

- Νεφέλη, φώναξε ξεψυχισμένα. Νεφέλη, αγάπη μου. Αντίο, αγάπη μου, ψιθύρισε και χάθηκε στον ουρανό ηττημένος.

Η Νεφέλη όταν κατάλαβε τι είχε συμβεί, έπεσε στα ανοιχτά της θάλασσας και εκανε τα παγωμένα νερά αιώνια κατοικία της. Νυμφεύτηκε το θάνατο γιατί έκανε το λάθος να διεκδικήσει τη ζωή. Ο Άνεμος δεν έμαθε ποτέ για το τέλος της αγαπημένης του, ούτε η αδερφή του η Θάλασσα τόλμησε ποτέ να του το ξεστομίσει. Στα άπατα βάθη της έφτιαξε έναν τάφο αντάξιο της αγάπης που είχε ο αδερφός της στη Νεφέλη και την κράτησε για πάντα εκεί.

Ο Άνεμος πιστεύοντας πως η αγαπημένη του ζει, συχνά ανοίγεται στα πέλαγα και ψάχνει να τη βρει. Και όταν αποκαμωμένος και απογοητευμένος πια καταλήγει στο πουθενά, θυμάται πόσο κοντά έφτασε στην ευτυχία και πόσο άδικα την έχασε μέσα από τα χέρια του. Τότε θυμώνει και στροβιλίζεται γύρω από τον εαυτό του τόσο γρήγορα που οι ανεμοστρόβιλοί του μπορούν να προκαλέσουν την υπέρτατη καταστροφή πάνω στη γη. Μια λυσσασμένη δύναμη που κανείς δεν μπορέι να τη δαμάσει.

Την επόμενη φορά που θα δείτε τις καταστροφές που προκαλεί ένας τυφώνας , σκεφτείτε τον πόνο που προκάλεσε η απώλεια μιας αγάπης όταν μια παράξενη νύχτα μια γυναίκα, η Νεφέλη και ένας θεός ο Άνεμος συναντήθηκαν σε μια ακροθαλασσιά .


ΤΕΛΟΣ









































Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ




ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αστέρι. Ένα αστέρι μικρό. Έτσι το έβλεπαν οι άνθρωποι από τη γη, μικρό και με αδύναμο φως. Κρεμόταν εκεί ψηλά στον ουρανό, αγκιστρωμένο στο μαύρο στερέωμα και κάθε βράδυ χάριζε απλόχερα το φως του και μοίραζε τη λάμψη του κάτω στη γη.


Αυτό το αστέρι, λοιπόν, είχε την ατυχία να αγαπήσει το φεγγάρι. Μαγεύτηκε από το στρογγυλό του σχήμα και τα θλιμμένα μάτια που ήταν πάντα ζωγραφισμένα πάνω στην επιφάνειά του. Ήταν όμως τόσο μα τόσο μακριά του που με το ζόρι και το ίδιο το φεγγάρι το πρόσεχε. Σπάνια έστρεφε το βλέμμα προς το μέρος του, αλλά και το αστεράκι δε μπορούσε να κάνει πολλά για να έρθει πιο κοντά του. Πώς να παραβεί τους νόμους της φύσης;


Μια νύκτα όμως, η ανάγκη του να πλησιάσει έστω και μια στάλα παραπάνω ό,τι λάτρευε το ώθησε να αγνοήσει του παγκόσμιους νόμους τους σύμπαντος και έκανε κάτι απίστευτα τρελό. Άρχισε να σπρώχνει τη συμπαγή του μάζα προς το φεγγάρι. Ξαφνικά σαν κάποιος να του έκοψε την κλωστή που το κρατούσε άρχισε να πέφτει στη γη.


Έπεφτε, έπεφτε, έπεφτε και προσγειώθηκε μέσα σε μια λίμνη. Το καημένο το αστεράκι είχε προσπαθήσει τόσο μα τόσο πολύ να βρεθεί ένα βήμα πιο κοντά στο φεγγάρι και ξαφνικά είχε καταλήξει να χάσει ολόκληρο τον ουρανό. Έμεινε βυθισμένο μέσα στο νερό να δακρύζει και ούτε τα δάκρυά του να μη βρίσκουν προορισμό αφού κι αυτά χάνονταν μέσα στα ίδια τα νερά που το κάλυπταν. Η λύπη του δεν περιγράφονταν.


Κάποια στιγμή νύχτωσε. Το αστέρι ένιωσε να κόβεται στα δυο σαν είδε ότι είχε χάσει ακόμα και το δικό του φως και τώρα όχι μόνο ήταν καταδικασμένο να υπάρχει στον πάτο μιας λίμνης ανάμεσα σε βρύα και ψάρια, αλλά είχε χάσει και το λόγο της ύπαρξής του. Να σκορπά το φως γύρω του. Σφίχτηκε η μικρή του καρδιά και δάκρυα ανάβλυσαν και πάλι από τα στρογγυλά ματάκια του.

Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα όταν ξαφνικά είδε το φεγγάρι να εμφανίζεται περίλαμπρο και ολόφωτο πάνω στην επιφάνεια της λίμνης. Κοίταζε και ξανακοίταζε και δεν πίστευε στα μάτια του. Ό,τι αγαπούσε σε αυτόν τον κόσμο ήταν μόλις δυο μέτρα μακριά του. Όχι βέβαια, αυτό καθαυτό, αλλά η αντανάκλασή του. Ακόμα όμως κι αυτή ήταν αρκετή αφού μπορούσε να βλέπει τη λάμψη του και να αντικρίζει το θλιμμένο του πρόσωπο πάνω στην επιφάνειά του νερού. Και ξαφνικά δεν είχε σημασία αν είχε χάσει τον ουρανό, ούτε αν ήταν κρυμμένο στον πάτο μιας λίμνης. Του ήταν αρκετό ότι κάθε βράδυ ό,τι αγαπούσε θα εμφανίζονταν μπροστά του ακόμα και μέσω αυτής της αντανάκλασής του.


Είναι φορές που η αγάπη βρίσκεται μακριά και μοιάζει απροσπέλαστη. Αξίζει όμως να θυσιάσεις κάθε ουρανό, αξίζει να συμβιβαστείς ακόμα και με την αντανάκλασή της, γιατί από μόνη της η αγάπη όταν συμβαίνει και είναι αληθινή κρύβει μέσα της τόσο μεγαλείο που είναι πέρα από γήινες υποστάσεις και νόμους της φύσης.


Σταυρούλα Δεκούλου 

Το παρόν παραμύθι έχει δημοσιευτεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ανθρώπων Έργα, Τεύχος 7, Ιούνιος 2015. Τα συνοδευτικά σκίτσα ανήκουν στη γράφουσα.

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΜΑΝΙΤΑΡΙ


ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΜΑΝΙΤΑΡΙ


Μια φορά κι ένα καιρό συγκεντρώθηκαν τα φυτά του δάσους κι αποφάσισαν να κάνουν ένα διαγωνισμό ομορφιάς για να εκλέξουν το πιο όμορφο φύτο του φυτικού βασιλείου. Θάμνοι και λουλούδια μαζεύτηκαν από παντού για να λάβουν μέρος σε αυτή την τόσο ξεχωριστή αναμέτρηση. Αγριοκερασιές και βατομουριές, νυχτολούλουδα και αγριοτριανταφυλλιές, κρινάκια και ανεμώνες φόρεσαν τα γιορτινά τους και τα πιο όμορφά τους χρώματα και τράβηξαν για το ξέφωτο του σμαραγδένιου δάσους όπου θα διεξαγόταν ο διαγωνισμός. Ανάμεσά τους κι ένα μικρό μανιτάρι. Μικροσκοπικό, υπόλευκο με γκριζοκαφέ βουλίτσες στο γλυκό κεφαλάκι του. Ένα μανιταράκι σαν τα χιλιάδες που υπάρχουν στα σκιερά μέρη του δάσους ή στις ρίζες των μεγάλων δέντρων.

Ξεκίνησε κι αυτό σιγά σιγά να προχωρά μέσα στο μεγάλο δάσος ώσπου να φτάσει εκεί που προοριζόταν να γίνει ο πρωτότυπος διαγωνισμός ομορφιάς. Ενώ προχωρούσε, μια μικρή πυγολαμπίδα στάθηκε μπροστά του και το ρώτησε πού πήγαινε. Αυτό της εξήγησε και τότε εκείνη μισοκλαίγοντας του είπε «Αχ, σε παρακαλώ μικρό μου μανιτάρι, μήπως θα μπορούσα να κάτσω πάνω σου και να με πας ως εκεί; Το φτερό μου είναι πληγωμένο και δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να φτάσω μόνη μου αν δεν ξεκουραστώ λίγο». Το μανιτάρι δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη και η μικρή πυγολαμπίδα ξάπλωσε πάνω στο μυτερό καπελάκι και το ταξίδι συνεχίστηκε.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και μια δυνατή βροχή άρχισε να πέφτει στο μεγάλο δάσος. Η μικρή πυγολαμπίδα σηκώθηκε και κούρνιασε κάτω από το καπελάκι του μανιταριού κι έτσι προστατεύτηκε από το νερό της βροχής. Το μανιταράκι φέρνοντας τα μικρά αφανή ποδαράκια του το ένα μετά το άλλο συνέχισε να προχωρά όταν μπροστά τους εμφανίστηκε μια νεραϊδούλα. Ήταν βρεγμένη, έτρεμε από το κρύο και έκλαιγε. Το μικρό μανιτάρι λυπήθηκε τόσο πολύ το αδύναμο μικρό πλάσμα που σταμάτησε να τη ρωτήσει τι έχει. Εκείνη του φανέρωσε πως πήγαινε στη γιορτή των λουλουδιών, στο διαγωνισμό όμορφιας δηλαδή, αλλά το βρόχινο νερό είχε μουσκέψει τα φτερά της και είχε κάνει τη νεραϊδόσκονή της λάσπη και δεν θα κατάφερνε να φτάσει ως το ξέφωτο στεγνή, ώστε να σκορπίσει τη μαγική της σκόνη στην όμορφη γιορτή. Το μικρό μανιτάρι τη λυπήθηκε τόσο που της είπε να μπει κάτω από το μανιταροκαπέλο του να ξεκουραστεί και να στεγνώσει. Έτσι εκείνη τρύπωσε κάτω από τη μικρή ομπρελίτσα με τις γκριζοκαφέ βουλίτσες και βολεύτηκε δίπλα στην πυγολαμπίδα που ήδη είχε αρχίσει να απολαμβάνει τη ζεστασιά και την προστασία του μεταφορικού τους μέσου. Το μανιταράκι λοιπόν ξαναπήρε το δρόμο για το ξέφωτο του δάσους. Περπατούσε και περπατούσε και κόντευε σχεδόν να βραδιάσει όταν αποκαμωμένο πια συνάντησε ένα μικρό αηδόνι να τραγουδά λυπημένα, σχεδόν σπαρακτικά. «Γιατί κλαις ;» το ρώτησαν όλοι μαζί με μια φωνή. Αυτό τους αποκρίθηκε πως το νερό της βροχής είχε πάρει όλο τα φαγάκι που είχε βρει για να φάει κι έτσι εκείνο είχε μείνει νηστικό και ένιωθε αδύναμο να πετάξει και σίγουρα αν περνούσε καμιά πεινασμένη αλεπού θα το έκανε μια χαψιά. Τρεμούλιασε το μικρό μανιτάρι και μόνο στη σκέψη ότι κάτι θα πάθαινε το μικρό αηδόνι και χωρίς δεύτερη σκέψη του είπε «Έχω σπόρους κρυμμένους στο καπέλο μου. Τους κρατώ εκεί για να αναπαραχθώ, αλλά αφού πεινάς τόσο θα τινάξω το καπέλο μου και θα πέσουν στη γη κι έτσι θα φας και θα δυναμώσεις». Το πουλάκι δεν πίστευε στην τύχη του. Γέμισε βιαστικά το στομαχάκι του με το πολύτιμο δώρο του απρόσμενου φίλου του και αφού του είπαν πού πήγαιναν, αποφάσισε το δίχως άλλο να γίνει το τέταρτο μέλος αυτής της παράξενης παρέας και όλοι μαζί να φτάσουν στο ξεφωτο του δάσους.

Ήταν αργά εκείνη τη νύχτα όταν στα ματάκια τους αποκαλύφθηκε η μεγαλοπρέπεια της γιορτής. Δεν χόρταιναν να κοιτάζουν την ομορφιά και τα χρώματα και τις μυρωδιές που ξεχύνονταν μπροστά τους. Όλα τα φυτά ντυμένα με τα πιο όμορφα άνθη τους, τους λαχταριστούς καρπούς τους, τα μοναδικά τους αρώματα να ξεχύνονται στην όμορφη νύχτα και να ζαλίζουν ακομα και τα άστρα στον ουρανό.

Ο διαγωνισμός ξεκίνησε με την τριανταφυλλιά να πηγαίνει μπροστά δείχνοντας σε όλους τα μοναδικά βαθυκόκκινα τριαντάφυλλά της και να λυγίζουν ακόμα και τον πιο δύσκολο κριτή και δίπλα της το νυχτολούλουδο να μοιράζει μεθυστικά αρωματα και μοναδικής ομορφιάς πολύχρωμα άνθη. Πιο κει στεκόταν ένα γιασεμί και παραδίπλα ακολουθούσαν γαλάζιες και βιολετί ανεμώνες. Τα λουλούδια και τα φυτά φώναζαν και γελούσαν και το μικρό μανιταράκι παρακολουθούσε μαγεμένο. Ήταν μικρό και ταπεινό και ούτε μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του ανάμεσα σε αυτά τα όμορφα και ξεχωριστά φυτά. Σαν να άκουσε τις σκέψεις του η νεραϊδούλα και το ρώτησε «Γιατί δεν διαγωνίζεσαι κι εσύ;» «Εγώ;» απόρησε εκείνο ντροπαλά. «Αυτό;» φώναξαν και τα λουλούδια που ήταν γύρω και ξέσπασαν σε ηχηρά γέλια. Το μανιτάρι στενοχωρέθηκε τόσο πολύ με τα κοροϊδευτικά τους χαχανητά που έσκυψε το κεφαλάκι του και ξεκίνησε να φύγει από τη γιορτή, αλλά η μικρή νεράιδα το σταμάτησε. «Ναι, εσύ!» φώναξε και το έσπρωξε να σταθει στη μέση του ξέφωτου και μια γλυκιά συνομωσία άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια όλων . Η μικρή πυγολαμπίδα φώναξε όλες τις αδελφούλες της και αφού τους εξήγησε τι είχε κάνει για εκείνη το μανιταράκι έφτιαξαν όλες μαζί ένα ολόφωτο στεφάνι πάνω από το καπελάκι του και η νεραϊδούλα άρχισε να πετά παντού τη μαγική της νεραϊδόσκονη, που στο μεταξύ είχε στεγνώσει, γεμίζοντας το χώρο γύρω από το μανιτάρι με χρυσοκόκκινες και σμαραγδένιες λάμψεις. Το αηδόνι πάλι, άρχισε να κελαηδά τόσο γλυκά που όλοι δάκρυσαν ακούγοντάς το.

Ο χρόνος στη γιορτή των λουλουδιών είχε σταματήσει. Τα βλέμματα όλων είχαν καρφωθεί πάνω στο μανιτάρι. Ούτε το ίδιο δεν πίστευε τι συνέβαινε γύρω του. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαμογελάσει ή να κλείσει τα ματάκια του και να ευχηθεί να εξαφανιστεί. Ξαφνικά στο κέντρο του ξέφωτου παρουσιάστηκε μια αέρινη φιγούρα. Ήταν η Κυρά του Δάσους. Στάθηκε δίπλα στο μικρό μανιτάρι και κοιτάζοντάς το γλυκά του είπε, «΄Ολοι σε αυτό τον διαγωνισμό ήρθαν για να διακριθούν. Εσύ όμως καθώς ερχόσουν εδώ βοήθησες όλα τα πλάσματα του δάσους μου που βρέθηκαν στο δρόμο σου και χρειάζονταν βοήθεια. Τα άφησες να ξεκουραστούν πάνω σου, να τραφούν από σένα, τα προστάτεψες από τη βροχή κι εγώ σου είμαι ευγνώμων για όλα αυτά γιατί όλα αυτά τα πλάσματα είμαι Εγώ! Από σήμερα θα είσαι το μαγικό μου μανιτάρι. Πυγολαμίδες θα φωτίζουν το χώρο σου και αηδόνια θα σου τραγουδούν και οι νεράιδες αυτού του δάσους θα χρωματίζουν το χώρο όπου θα βρίσκεσαι έτσι ώστε όλοι να γυρίζουν και να σε κοιτούν. Κι εσύ θα μεγαλώσεις και θα γίνεις πιο λευκό και το καπελάκι σου θα στολιστεί με όμορφες κόκκινες βούλες και όλα τα παραμύθια θα έχουν μέσα τους μια δική σου φωτογραφία.»

Ύστερα η Κυρά του Δάσους απευθυνόμενη σε όλα τα λουλούδια και τα φυτά που βρίσκονταν εκεί είπε, «Όλοι εσείς εδώ να μάθετε πως ομορφιά δεν είναι πάντα αυτό που φαίνεται, αλλά η μαγεία που η αγάπη και η καλοσύνη μπορεί να δημιουργήσει και τα θαύματα που μπορεί να προκαλέσει. Αυτά φωτίζουν τα σκοτεινά μέρη, ζεσταίνουν μια κρύα μέρα και γλυκαίνουν ένα πικρό φαϊ».

Πέρασαν χρόνια πολλά από εκείνη τη μέρα και άλλα τόσα θα περάσουν κι εσείς αν δεν πιστεύετε ότι αυτό πραγματικά συνέβη, δεν έχετε παρά να ανοίξετε ένα οποιοδήποτε παιδικό παραμύθι κι εκεί θα δείτε, οπωσδήποτε θα δείτε, ένα μικρό λευκό μανιτάρι με κόκκινες βούλες στο όμορφο καπελάκι του να σας χαμογελά.

1ο βραβείο στον 15ο πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό της Εταιρίας Τεχνών, Επιστήμης και Πολιτισμού του δήμου Κερατσινίου.