Κάθε που κουράζεται η ψυχή από τα τόσα της ζωής ταξίδια, αρχίζει η ποίηση κι αναβλύζει απ' τα εσώτερά μας και οι στίχοι πλέκουν ένα δίχτυ ασφαλείας να μας σώσει από το βάραθρο του χάους κάθε που πηδάμε στο κενό...

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

Άλμα Ζωής


Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ....


Για όλους εσάς που πιάσατε με τα χέρια σας τα δικά μου και μπορέσαμε μέσα από την ομορφιά και τους στίχους να χαρίσουμε δύναμη και αγάπη στους αγωνιστές της ζωής.

Σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου που στηρίξατε την πρωτοβουλία μου για δωρεά όλων των εσόδων του βιβλίου μου "ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΙΒΙΣΚΟΥ" στον Πανελλήνιο Σύλλογο Γυναικών με Καρκίνο Μαστού Alma Zois,  Άλμα Ζωής. 

Η πρώτη έκδοση σχεδόν εξαντλήθηκε πλουτίζοντάς μας σε ανάστημα ψυχής.


Οι παρακάτω φωτογραφίες παραθέτονται χάριν διαφάνειας και αποδείξεως του σκοπού και του λόγου μου!

Με τιμή και εκτίμηση,

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.                               Î”εν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

Εγώ αγάπη μου

Η ψυχή είναι πολύ βαθιά και μόνο ο Θεός τη γνωρίζει…

Εγώ αγάπη μου  της ζωής μου τη στράτα
τη διάβηκα  με πόδια γυμνά
με σεβασμό στη νοτισμένη γη
λατρεύοντας τη μυρωδιά του αγνώστου.
Τα χέρια μου αγκάλιαζαν της μυγδαλιάς τ’  άνθη
κι ας μας πρόδιδε ο χειμώνας.
Στη γέννα της νέας μέρας  χόρευα
σιγοτραγουδώντας στον ήλιο
και τα βλέφαρά μου πετάριζαν
στον ερχομό των χελιδονιών.

Εγώ αγάπη μου σε νερό θαλασσινό
βάφτιζα κάθε Αύγουστο την ψυχή μου
να ξεκινά απ’ την αρχή, αλαφριά από κρίματα 
και της αλμύρας το πουκάμισο φορούσα κατάσαρκα
να ‘χεις τη θάλασσα στα χείλη σου σαν με φιλάς.
Τ’ άστρα κατέβαζα απ’ τον ουράνιο θόλο
και τα κεντούσα στο προσκέφαλο
να ΄χει η νύχτα μου φως
κι ο έρωτας σκιά στης κάμαρης τον τοίχο.

Εγώ αγάπη μου τον πόνο μου πάντα
τον έντυνα με κουρέλια  παλιάτσο
και στα στενά της γης τον έστελνα
να μαζεύει τα γέλια του κόσμου
να μου σκεπάζουν τα δάκρυα’
και τις βαθιές χαρακιές της καρδιάς
τις άφησα ρυάκια να γίνουν να βρίσκει δρόμο
το νερό της βροχής να κυλά
για να ξεπλένει τις θύμησες
και να ξεδιψά το σκονισμένο μου χαμόγελο.

Εγώ αγάπη μου στον κόσμο αυτό
περπάτησα με το κεφάλι ψηλά
ακόμα κι όταν είχα τα φτερά μου σπασμένα
και τη κραυγή μου τη χάρισα σε κάθε αποχαιρετισμό
ν’ αντηχεί στα ουράνια η σκέψη μου
ίσαμε να πετάξει ψηλά η ψυχή μου
και λεύτερη φιλήσει το φεγγάρι.


Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
27/2/19






Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019

Λευκή Δαντέλα


Αποτέλεσμα εικόνας για δαντελενιες καλτσες

Παρασκευή βράδυ δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα

Η Έλλη άνοιξε την πόρτα και πέρασαν και οι δυο τους μέσα. «Δεν είναι κανείς εδώ;» τη ρώτησε. 

«Όχι» απάντησε. «Ο άντρας μου λείπει στην Πάτρα για δουλειές και τα παιδιά είναι στη μητέρα μου. Θα πάω να τα πάρω αύριο το μεσημέρι» 

Πέρασαν και καθίσανε στο σαλόνι. Μια ευρύχωρη σάλα με δυο λευκούς δερμάτινους καναπέδες. Η Έλλη άφησε τα φώτα χαμηλά. Είχαν χορτάσει από φώτα και καπνό σε αυτή τους την έξοδο. Τόσα χρόνια στο ίδιο γραφείο και ποτέ ως τώρα δεν είχαν κανονίσει να βγουν, ούτε καν για σινεμά. Σήμερα όμως το είχε προτείνει η ίδια λόγω της επερχόμενης μετάθεσής της που τόσα χρόνια πάλευε να πάρει. Νισάφι πια με αυτή τη τσιμεντούπολη. Ήθελε τα παιδιά της να έχουν λίγο παραπάνω οξυγόνο, λίγο παραπάνω πράσινο και μια χούφτα θάλασσα να χαίρονται όλον τον χρόνο, όχι μόνο δεκαπέντε μέρες στις διακοπές. 

«Θα πιεις κάτι;» ρώτησε 

«Να συνεχίσουμε με κρασί. Έχεις;» της αποκρίθηκε. 

«Πάντα» απάντησε η Έλλη. «Ν’ ανοίξω μια Μαυροδάφνη; Φέρνει συχνά ο άντρας μου από την Πάτρα» 

«Ο άντρας της και ο άντρας της» σκέφτηκε με θυμό. «Μα καλά τίποτα δεν κατάλαβε;» αναρωτήθηκε. «Ναι, ναι, μια Μαυροδάφνη είναι ό,τι πρέπει. Θα μας γλυκάνει» είπε. 

Η Έλλη κινήθηκε προς το μπαρ. Έσκυψε να πάρει ένα μπουκάλι κρασί. 

Την κοιτούσε με μάτια γεμάτα λαγνεία. Πόσο της πήγαινε αυτό το γκρίζο κουστούμι που φορούσε. Οι γλουτοί της, οι σφιχτοί της μηροί διαγράφονταν όλο αναίδεια, σαν να προκαλούσαν να την πλησιάσει από πίσω και να κολλήσει πάνω της. Να αγγίξει τα πυρόξανθα κοντά της μαλλιά. Να ανασάνει την αύρα της. 

«Ψυχραιμία» ψιθύρισε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήδη είχε φτάσει αρκετά κοντά. Δεν χρειάζονταν λάθος κινήσεις τώρα. 

Σε δυο λεπτά εκείνη ήταν πίσω στον καναπέ προσφέροντας το ποτήρι με το κρασί. Έβγαλε το σακάκι της και το ακούμπησε πιο κει σε μια καρέκλα. Κάτω από το μεταξωτό της πουκάμισο διαγραφόταν το λευκό της στηθόδεσμο που έκρυβε τη ροδαλή σάρκα που τόσο ποθούσε. Ξεροκατάπιε. 

«Λοιπόν;» έσπασε τη σιωπή η Έλλη. «Πες κάτι; Έτσι θα τη βγάλουμε; Στη σιωπή;» 

«Όχι, θέλω να σε ρωτήσω» της απάντησε. «Είσαι σίγουρη πως θες να φύγεις;» 

«Εννοείται» απάντησε η Έλλη. «Τι ερώτηση είναι αυτή;» 

«Να, εννοώ… δεν σε κρατάει τίποτα εδώ;» 

«Ε, έχω τους δικούς μου» μα δεν την μπορώ άλλο την Αθήνα. 

«Μόνο τους δικούς σου έχεις;» την ξαναρώτησε με πιο έντονη φωνή. 

«Ποιον άλλο έχω;» ρώτησε η Έλλη γελώντας και σηκώθηκε να βάλει λίγο κρασί ακόμα. 

«Εμένα!» της φώναξε και σηκώθηκε από τον καναπέ απότομα και πήγε κοντά της πιάνοντας της το πρόσωπό και κοιτώντας τη κατάματα. « Έχεις εμένα!» επανέλαβε. 
«Εσένα; Τι εσένα; Πώς εσένα;» κατάφερε να ξεστομίσει η Έλλη γουρλώνοντας τα μάτια, μην πιστεύοντας τι άκουγε, τι έβλεπε, τι ζούσε. Παραπάτησε και το ποτήρι έπεσε στο πάτωμα, σπάζοντας και σκορπίζοντας τα κομμάτια του εδώ κι εκεί. Η Έλλη έσκυψε ταραγμένη να τα μαζέψει κι ένα κομμάτι κρύσταλλο της έκοψε το δάχτυλο. Γονάτισε δίπλα της. 

«Άσε με να το δω» της είπε και έβαλε στο στόμα το πληγωμένο της δάχτυλο ρουφώντας το ζεστό της αίμα. «Άσε με να το φιλήσω να περάσει» της ψιθύρισε και ακούμπησε τα χείλη της πρώτα τρυφερά και μετά όλο ορμή με μια ανάγκη κατάκτησης που όμοιά της δεν είχε ξανανιώσει. 

Η Έλλη στην αρχή προσπάθησε να τραβηχτεί. Δεν πίστευε όλο αυτό που της συνέβαινε μα μια γλυκιά μέθη είχε συνεπάρει το κορμί της και όλες της οι αντιστάσεις είχαν μεμιάς εξαφανιστεί. Δυο χείλη ρούφαγαν αχόρταγα τη βάση του λαιμού της ενώ δυο χέρια κρατούσαν σφιχτά τα στήθη της. Την ώρα που ένιωσε την καυτή ανάσα πάνω στις θηλές της νόμισε πως θα ουρλιάξει. ‘Ενιωσε να της ξεκουμπώνει το παντελόνι. Τραβήχτηκε για μια στιγμή. Μόνο για μία. 

«Μη με σταματάς» της είπε. «Άσε με να σου δείξω πώς νιώθω για σένα. Περιμένω τόσο πολύ καιρό. Άσε με να σε νιώσω πριν σε χάσω για πάντα» Το μυαλό της είχε μουδιάσει. Πριν καν ανασάνει το παντελόνι της ήταν στο πάτωμα. Τα πόδια της λεπτά μακριά κρυμμένα όμορφα σε δυο ψηλές διχτυωτές κάλτσες που στερεώνονταν ψηλά στους μηρούς. Παραμέρισε το εσώρουχό της και τη φίλησε με τόση θέρμη που η Έλλη παρέλυσε. Απέμεινε εκεί να φλέγεται κάτω από τα καυτά φιλιά, τα χάδια που διεκδικούσαν τη σάρκα της, μια σάρκα που έτρεμε χάρη σε τούτο το απαγορευμένο άγγιγμα. Στέναζε και έκλαιγε από ηδονή γιατί τούτα τα χέρια τα άγνωστα την ήξεραν τόσο καλά. Ήξεραν πώς να την αγγίξουν και πόσο να την περιμένουν, γνώριζαν πότε να κάνουν πίσω για να τη βασανίσουν λίγο ακόμη πριν τη κορύφωση. Δεν απαιτούσαν τίποτα από εκείνη παρά μόνο να νιώσει. Δεν ήθελαν να της πάρουν τίποτα παρά ίσως μόνο την κραυγή της. 

«Να ‘ξερες πόσα χρόνια σε περίμενα» της ψιθύρισε. «Να ΄ξερες πόσο σε λαχταρούσα. Ν’ αγγίξω τη σάρκα σου, να σε γευτώ, να πιω από το στόμα σου. Να ‘ξερες πόσο δύσκολο μου ήταν να σωπαίνω όλον αυτόν καιρό που δουλεύουμε δίπλα δίπλα, όταν με πλησίαζες και το άρωμά σου με λίγωνε. Πόσες φορές μου ήρθε να φωνάξω, να σου ριχτώ μέσα στο ασανσέρ που κατεβαίναμε ή στο πάρκιν που πηγαίναμε να πάρουμε το αυτοκίνητο και σηκωνόταν η φούστα σου καθώς οδηγούσες. Πώς άντεξα Θεέ μου;» 

Της μίλαγε και τη φίλαγε, της μαρτυρούσε και τη θώπευε, μια φωτιά ήταν ολάκερη, ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Τα κορμιά έσμιγαν και χώριζαν τόσο αρμονικά. Έσμιγαν για πολύ και χώριζαν για λίγο σαν να μην άντεχε το ένα μακριά από το άλλο. Οι ανάσες κοφτές, γρήγορες και οι φωνές βαθιές βραχνές από την ηδονή και την παραζάλη. Επιτάχυνε τα χάδια, τα φιλιά, τα λόγια. Η Έλλη χαμένη σε μια δίνη αισθήσεων, παραδομένη στην ηδονή, σε κάτι τόσο πρωτόγνωρο για κείνη. Να ντρέπεται και να φλέγεται. Να φλέγεται, να φλέγεται… 

Ένιωσε πως η ώρα της έκρηξης ήταν κοντά. Έστω αυτή την στιγμή θα την είχε για πάντα κλέψει. Πλησίασε το πρόσωπό της χωρίς να σταματήσει να τη χαϊδεύει και τη φίλησε στο στόμα. 

«Δεν σου ζητώ τίποτα» της είπε κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Μόνο να με κοιτάξεις και να πεις το όνομά μου την ώρα που θα τελειώνεις. Μόνο αυτό!» Ακόμα και αυτό που ζητούσε ήταν τόσο ασύγκριτα ερεθιστικό. Πώς να πει όχι η Έλλη; Πώς να αρνηθεί να ονοματίσει τη γιορτή που γινόταν στο κορμί της. 

Η Έλλη ένιωσε να τη διαπερνά ένα ρεύμα και το κορμί της άρχισε να συσπάται παραδομένο σ’ έναν οργασμό που όμοιό του δεν είχε ξαναζήσει ποτέ. Τα χέρια της έτρεμαν, η καρδιά της κόντευε να σπάσει… 

«Υβόννη» ψιθύρισε κοιτώντας τη κατάματα. 



Όπως ίσως καταλάβατε, είναι μια ακόμα συμμετοχή προς τιμήν της Ερωτικής Υμνωδίας που  διοργανώνει και φιλοξενεί με μεγάλη επιτυχία η Lysippe στο εξαιρετκό και ζηλευτό σπιτικό της όπου ο καθένας μας προσθέτει μια ή και δυο ή και τρεις εκδοχές του έρωτα με όποια έννοια τον αντιλαμβάνεται. 

Με εκτίμηση

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
23/2/19

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Πήρα χρώμα και νερό


Σήμερα έβαλα στο φως ένα γυαλί κι έφτιαξα ένα ουράνιο τόξο.
Έκλεψα όλα του τα χρώματα και τα φυλάκισα σ’ ενα μπουκάλι μαγικό.
Σ’ έγδυσα απαλά και σ' έπλυνα.
Σε στέγνωσα με λατρεία κι αγάπη.
Ύστερα σου ζήτησα να γίνεις ο καμβάς μου.

- Θέλω να ζωγραφίσω πάνω σου όσα στην καρδιά μου γεννάς,
τα μέρη που με ταξιδεύεις.

Και πήρα γαλανό γι’ αρχη
κι έφτιαξα έναν ωκεανό στην πλάτη σου.
Ένα θαλάσσιο ρεύμα να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά σου
κι εγώ καράβι ακυβέρνητο 
να χάνομαι στα γαλάζια σου ύδατα
και να μη θέλω στεριά να βρω.
Ναυαγός να πνίγομαι μέσα στα κύματά σου. 

Πήρα πράσινο κι έφτιαξα μια κοιλάδα 
αναμεσα στα στήθη σου
κι ένα ιερό βωμό στο μέρος της καρδιάς σου.
Να σκύβω εκεί να προσκυνώ, 
να καταθέτω την αγάπη μου.

Πήρα έν' άλικο καυτό και σου ‘βαψα τα χείλη,
να μου θυμίζουν ώριμες κερασιές και μυρωδάτες φράουλες,
να τα φιλώ και να μεταλαμβάνω νάμα.
Παράδεισος και κόλασή μου, Εσύ,
να με σταυρώνεις και να μ' ανασταίνεις.

Έκλεψα κι ενα κίτρινο και ζωγράφισα φλόγες στα μαλλιά σου.
Φλόγες σαν αυτές που σκορπάς στο κάθε γέλιο σου.
Φλόγες καυτές σαν κάθε άγγιγμά σου.

Κι έμεινε το μενεξεδί,
που απόθεσα στα μάτια σου
αυτά που με μεθούν σαν νυχτολούλουδο κάθε βράδυ,
που θυμίζουν ερωτευμένο ουρανό λίγο πριν το χάραμα.

- Μάτια μενεξεδιά δεν υπάρχουν. Υπάρχουν; με ρώτησες.

- Μόνο τα δικά σου και τα ζωγράφισα εγώ!

Πήρα ένα λευκό σεντόνι και σε τύλιξα προσεχτικά. 
Τ' ακούμπησα πάνω στο κορμί σου 
και η εικόνα σου αποτυπώθηκε εκεί μαγικά.
Τέντωσα το πανί και στο έδειξα.

- Κοίτα πώς βλέπω τον κόσμο μέσα από σένα, σου είπα.

- Μα αυτό δεν είμαι εγω, μου αποκρίθηκες.

- Εσύ είσαι μέσα από τα χρώματα του ουρανού και του λευκού κλεμμένη ύπαρξη.
Για σένα τα ‘κλεψα, για να σε ζωγραφίσω.
Καμβά της ύπαρξής μου.
Πίνακα του πεπρωμένου μου.

Με χρώμα και νερό απόψε σε βάφτισα...
Τ’ όνομά σου ΕΡΩΤΑΣ ... και η φύση σου ΓΥΝΑΙΚΑ !

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
16/1/14

Το ποίημα αυτό ανασύρεται από το παρελθόν όπου είχε ταξιδέψει  μακριά στον πύργο της Αριστέας,
στο 13ο συμπόσιο ποίησης 
με  θέμα το Χρώμα !

Τώρα πάει να συναντήσει την ΕΡΩΤΙΚΗ ΥΜΝΩΔΙΑ της Lysippe 
όπου οι διαδικτυακοί συνοδοιπόροι φωτίζουν στιγμές του έρωτα 
με διαφορετικές ο καθένας αποχρώσεις!

Καλή ανάγνωση ~ 19/2/19




Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019




Αλάργεψε η άνοιξη
στις ερημιές του κόσμου
και το κλειδί της πεθυμιάς
στης  λήθης το  πηγάδι
το πέταξαν οι κοπελιές
του Κλήδωνα να 'ναι τάμα. 



Ήταν η συμμετοχή μου στις 25 λέξεις #12, με αφορμή την εξαιρετική φωτογραφία 
της Μαρίας Νικολάου
που διοργάνωσε για μια ακόμη φορά με άριστο τρόπο στο μπλόγκ της, Το κείμενο

Ευχαριστώ από καρδιάς την οικοδέσποινα για την τιμή της φιλοξενίας και όλους τους συμμετέχοντες και τους αναγνώστες που στάθηκαν για μια στιγμή παραπάνω στα λόγια μου. 

Με εκτίμηση, 

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου





Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

O δικός μου Θεός

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


Ο δικός μου Θεός 

έχει διάφανο χρώμα, 

δεν πατάει στο χώμα,
είναι αέρας γυμνός.

Στη σκιά καρτεράει
δυο φιλιά για ν' αρπάξει
τη φωτιά μου ν’ανάψει
σαν παιδί μου γελάει.

Με φτερά ανοιγμένα 
κάθε νύχτα με κλέβει
την ψυχή μου κουρσεύει 
με τ’ αστέρια αναμμένα.

Στο φεγγάρι με φτάνει 
και παλάτι μου χτίζει
οδηγό του με χρήζει 
στ’ ουρανού το σεργιανί.


ΡΕΦΡΑΙΝ

[Ο δικός μου Θεός 
αγαπάει να φυσάει
Με βοριάδες ανέμους, 
με νοτιάδες ζέστους
Τα μαλλιά μου σηκώνει 
και τα δάκρυα στεγνώνει
Και σφιχτά με κρατάει 
στους κρυφούς μου λυγμούς.]

Το κορμί διαπερνάει
την ψυχή μου μεθάει.
φωτεινά μονοπάτια 
σκορπούν ήλιους τα μάτια

Παίρνει φως απ’ την πλάση 
βρίσκει με πριν με χάσει 
σε μυστήριους δεσμούς 
της ψυχής οργασμούς.

Κι οι ψυχές μας ουρλιάζουν 
τα κορμιά σαν τραντάζουν 
και γεννάνε σαν σμίγουν 
άλλους νέους θεούς.

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
13/2/19



Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019

Σε μαύρο φόντο

 

Στάθηκα να σε κοιτάζω
με τα μάτια λιγωμένα από το μενεξεδί
που γύρω σκόρπιζες'
ένιψα το κόκκινο με το οποίο τα χείλη μου 
είχαν λερώσει αλαζονικά τον λαιμό σου
υποδηλώνοντας την κυριότητά μου πάνω σου.
Απέμεινα να χαζεύω την αύρα σου
ενώ το φως διαπερνούσε τη μορφή σου.
Κρατούσα γερά στα χέρια μου
την αλυσίδα της καρδιάς σου.
Τα σημάδια της κυριαρχίας ζωγραφισμένα
στις ίριδες των ματιών σου
Μισάνοιχτα τα χείλη σου
κι εγώ ήπια και ξεδίψασα τον πόθο μου'
αχόρταγα, χωρίς να νοιαστώ αν εσύ διψούσες,
αν πόνεσες.
Η λαχτάρα κατάφερε στη σάρκα να γαντζωθεί
πάλεψε άγρια μέχρι να κορυφώσει
κι ανάβλυσαν οι στιγμές της παράδοσης
και ξεπλύθηκαν τα φωνήεντα όλα
στης παραζάλης το μεσουράνημα.
Σου 'χα πει...
"Δεν είμαι ελεύθερη ψυχή εγώ"
"του πόθου σου αιώνιος δεσμώτης θα 'μαι"
"Στον έρωτά μου, θα σ’έχω για πάντα φυλακή"
"Γονατισμένο..."
"Να ‘σαι εσύ το φως κι εγώ ο καθρέπτης που το αντανακλώ"
"Να ‘σαι εσύ η λέξη κι εγώ ο τόνος που της δίνει φωνή"
"Να ‘σαι εσύ το άσπρο κι εγώ 
το μαύρο που το περιγράφει"
"Να ‘σαι εσύ η κατάρα κι εγώ η ασημένια σφαίρα
που ποτέ δεν θ΄αφήσω στόχο να βρει.
Στην αιωνιότητα δικός μου θα 'σαι'
Απέθαντος στην αγάπη.

 
Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
9/2/19

Eίναι η συμμετοχή μου στην Ερωτική Υμνωδία που διοργανώνει η Lysippe στο όμορφο σπιτικό της.

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

Αγαπημένο μου ημερολόγιο



Αθήνα, 25/1/19

Τώρα που βράδιασε
πόσο μακριά φαντάζει η σωτηρία;
Κι αυτή η συννεφιά σαν μουντό σεντόνι
σκεπάζει και πάλι το στερέωμα κρύβοντάς μου τ’ άστρα.
Πάει και αυτή η τελευταία πηγή φωτός.
Ένα κερί τρεμοπαίζει στον τοίχο.
Έχω τόσο ανάγκη να μαρτυρήσει το σμίξιμο των σκιών μας.
Έχω τόσο ανάγκη να αποτυπώσω κάπου την αλήθεια
που δεν τολμώ ν’ αποκαλύψω.
Αυτό το μοίρασμα της ψυχής
που χωρίς να το καταλάβω πέτυχες.
Αυτό το μεθύσι των συναισθημάτων
που ποτέ δεν θα μπορέσω να ξεστομίσω.
Καρτερώ μιαν αυγή να γευτώ τον καφέ στο φιλί σου,
να κλέψω μιαν ανασαιμιά
πριν σε ντύσει απουσία η νέα μέρα.
Θέλω να βρω τη δύναμη να σου πω
πως έχασα το στοίχημα.
Ναι, είχες δίκιο…
Ο έρωτας είναι μόλις ένα γλυκοφτερούγισμα  πιο κει.
Μένει μόνο να σταθείς για μια στιγμή να τον ακούσεις…

 Ηρώ       


Ήταν η συμμετοχή μου στο 18ο Παίζοντας με τις λέξεις που διοργάνωσε η ακριβή μου Μαρία στο μπλογκ της. Ευχαριστώ από καρδιάς όσους στάθηκαν στα λόγια μου. Δείτε τις υπόλοιπες συμμετοχές, αλλά και όσους ξεχώρισαν στην καρδιά των αναγνωστών εδώ!

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Οι στεναγμοί των αγγέλων


Το δειλινό έχει τη γεύση του ώριμου φιλιού
και τ' άρωμα του ψημένου μήλου.
Εσύ από νωρίς καθισμένη στην άκρη της κάμαρας
κεντάς δαντέλες στου λύχνου το φως
και δαγκώνεις τα χείλη κάθε που σε τρυπά η βελόνα.
Λινά σεντόνια σε ντύνουν νύφη
σαν γέρνεις να πλαγιάσεις
κι ο Μορφέας ασελγεί στα όνειρά σου.
Εγώ πορθητής μιας Ιεριχούς
που δεν μπόρεσα ποτέ τα τείχη να ρίξω
πέφτω πάλι στη μάχη νεκρός και σε χάνω.
Μη ρωτάς γιατί ροδίζει ο ουρανός λίγο πριν το ξημέρωμα.
Τους κρυφούς στεναγμούς των αγγέλων 
ουτ' η νύχτα δεν μπορεί για πολύ να σκεπάσει.


Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
4/2/19


Carl Holsøe, Σκηνή εσωτερικού δωματίου με γυναίκα που κάθεται μπροστά σε παράθυρο και κεντάει. 
http://www.artnet.com/artists/carl-vilhelm-holsoe/past-auction-results