Κάθε που κουράζεται η ψυχή από τα τόσα της ζωής ταξίδια, αρχίζει η ποίηση κι αναβλύζει απ' τα εσώτερά μας και οι στίχοι πλέκουν ένα δίχτυ ασφαλείας να μας σώσει από το βάραθρο του χάους κάθε που πηδάμε στο κενό...

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2019

Μετέωρο δάκρυ


Μετέωρο Δάκρυ 



Kι έμεινε το δάκρυ, ακίνητο

μετέωρο,

στην άκρη του βλεφάρου μου.

Κράτησα την ανάσα μου 

μη λάχει και κουνηθώ και σταλάξει και το χάσω. 
Κραυγή !
Κραυγή πνιγμένη στη βάση του λαιμού μου
το όνομά σου,
καθώς να ξεμακραίνεις σε είδα 
......
Τα χνάρια σου καυτά
γεννούν πίδακες από λάβα στο πέρασμά σου.
Η αύρα σου ξεθωριάζει.
Την κλέβει λίγη λίγη ο πρωινός ήλιος
......
Κρυστάλλινο δάκρυ,
μην πέσεις κάτω και σπάσεις.
Συγκρατήσου.
Δεν θέλω να σε εξαργυρώσω ακόμα,
δεν θέλω σφραγίδα λύπης να σου βάλω
ούτε και με αλυσίδα πόνου να σε δέσω
.....
Απλώνω την ψυχή μου στον ήλιο
να στεγνώσει.
Σφραγίζω τις χαραγές της καρδιάς μου
με κουταλιές από γλυκό τριαντάφυλλο
.....
Μετρώ ανάποδα από το άπειρο
κι ελπίζω πριν στο μηδέν να φτάσω 
να σε δω να γυρνάς.

Σταυρούλα 
Δεκούλου 

Παπαδημητρίου  

2ο Πανελλήνιο βραβείο ποίησης στον 14ο λογοτεχνικό διαγωνισμό ΕΤΕΠ Κερατσινίου

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ~ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΙΒΙΣΚΟΥ

Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο


Εκλεκτοί μου φίλοι και συνοδοιπόροι,
την Κυριακή 12 Μαΐου,
ημέρα της μητέρας και των νοσηλευτών
θα έχω τη χαρά και την τιμή να σας υποδεχτώ στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών
και να σας φιλέψω τους σκαριφισμούς της ψυχής μου.
Διπλή γιορτή για μένα, ως μητέρα και νοσηλεύτρια και το καλύτερό μου δώρο
η παρουσία σας.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς.
Καλώς να ανταμωσουμε.

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου

Σάββατο, 27 Απριλίου 2019

Με στόχο τ' απέραντο


Χους ει - μου λένε -
Θα σου φορέσω τα λευκά του θανάτου
και το προσκέφαλό σου θα κεντήσω
με των μαλλιών μου το νήμα
να 'χεις μια μυρωδιά από γαζία
στον όμορφο ύπνο σου.
Θα κρύψω στη χούφτα σου λίγα βότσαλα αστραφτερά,
σημάδια να βάλεις στον δρόμο
μη και θελήσεις να γυρίσεις.
Κι εκεί στου σακακιού σου το πέτο, ζερβά
ένα ματσάκι μη με λησμονείς θα σου στολίσω
να σε σκεπάζουν οι θύμησες
στης κάθε μέρας το γέρμα.
Μύριζε άνοιξη το στερνό μας φιλί,
και τα δυο χέρια σου
απλωμένες φτερούγες γύρω μου.
Πάρε με να πετάξουμε μαζί.
Να δω τον ουρανό μέσ' απ' τα μάτια σου.
Μνέω στον άνεμο να σώσει της φωνής σου τον ήχο
να 'χω αιώνιο το στερνό σου σ' αγαπώ
κάθε που τρεμοπαίζουν οι φυλλωσιές στ' άγγιγμά του.
και εις χουν απελεύσει - μου ψιθυρίζουν-
Μα εγώ ξέρω πως πάντα μ' ένα ρόδο στο χέρι
θα στοχεύεις στ' απέραντο
μέχρι να με ξανανταμώσεις. 



'Ηταν η δική μου συμμετοχή στο 23ο Συμπόσιο Ποίησης που διοργανώνει η Αριστέα μας στον όμορφο πύργο της. Ευχαριστώ θερμά, θερμότατα για τη φιλοξενία, αλλά και όσους φίλους αγκάλιασαν τα λόγια μου με την προσοχή τους. 

Καλή Ανάσταση με αγάπη και υγεία σε όλους !

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου

Τρίτη, 2 Απριλίου 2019

Ο γιος του προέδρου




- Έλα μωρέ Κατίνα, λέγε. Μ’ έσκασες.
- Στάσου παιδί μου. Να το μελετήσω λίγο. Μια στάλα υπομονή δεν έχεις;
- Τι υπομονή; Αφού καίγομαι σου λέω! είπε η Λεμονιά.

Κούκλα η Λεμονιά με μια μέση δαχτυλίδι. Σαν χόρευαν βαλς στο καφενείο όταν είχε πανηγύρι στο χωριό, στη μια παλάμη τους την έκλειναν τη μέση της οι νεαροί. Με δυο μάτια θάλασσα. Όχι το ξεπλυμένο γαλανό. Της ανταριασμένης θάλασσας το μπλε, της φουρτούνας το χρώμα. Και δυο χειλάκια πετροκέρασα.

Τι δεν θα έδιναν τα παλικάρια του χωριού να την είχαν δική τους. Μα η Λεμονιά είχε μάτια μόνο για τον Πετρή, τον γιο του προέδρου. Να γι’ αυτό είχε έρθει τώρα στην Κατίνα. Την Κατίνα τη φίλη της που είχε το χάρισμα να διαβάζει το φλιτζάνι. Την είχε ορμηνέψει η γιαγιά της η Φιλίτσα. Και τον καφέ έλεγε και τη στάχτη από τα φύλλα της δάφνης ήξερε να διαβάζει για ν’ αποφεύγει όπως έλεγε τις κακοτοπιές της μοίρας. Την Κατίνα που μεγάλωσαν σε μιαν αυλή και την είχε σαν αδερφή της. Που μονάχα εκείνη ήξερε τη λαχτάρα της για τον Πετρή με τα μάτια τα μελιά. Ριγούσε η Λεμονιά σαν τον κοίταζε, έτρεμε η καρδούλα της από τη λαχτάρα σαν άκουγε τη φωνή του. Ύστερα έτρεχε κάθε δεύτερη Παρασκευή να ξομολογηθεί στον παπά Αντώνη να πάρει άφεση αμαρτιών μη λάχει και πάρουν οι δαιμόνοι την ψυχή της. Όμως κι ο Πετρής από τη νύχτα στη γιορτή του Αη Λια που τη χόρεψε δεν μπορούσε να τη βγάλει απ’ το μυαλό του. Πώς κρατήθηκε και δεν της τα δάγκασε κείνα τα κρουστά ρόδινα χείλη.

Προτού περάσουν λίγες μέρες αντάμωσαν κάτω από το γέρικο πλατάνι στο έβγα του χωριού. Ντροπαλή η Λεμονιά, δεν τον άφησε ν’ απλώσει χέρι πάνω της, μήτε να τη φιλήσει. Κι εκείνος όμως κύριος. Φτωχό κορίτσι η Λεμονιά. Η προίκα της όλη κρυβόταν κάτω απ’ τη φούστα της. Οι δυο νέοι αντάμωσαν πολλές φορές ακόμα μα ήταν πάντα προσεκτικοί. Μέχρι που κάποια στιγμή η Λεμονιά είπε στον Πετρή ότι αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί γιατί η μάνα της κάτι είχε ψυλλιαστεί. Ο Πετρής της έταξε να μιλήσει στους γονείς του και να πάει να τη ζητήσει. Και να τώρα η Λεμονιά στην Κατίνα να μάθει πότε θα συνέβαινε το ευχάριστο. Σούφρωσε τα χείλη της η Κατίνα.

- Δεν θα ‘ρθει Λεμονιά. Αγαπά άλλη, είπε η Κατίνα.
- Τι είναι αυτά που λες Κατίνα μου; Θα με τρελάνεις; φώναξε η Λεμονιά.
- Την αλήθεια σου λέω. Μην προσμένεις άδικα. Σε περιγελά. Άλλη θα πάρει. Του στείλανε ήδη προξενιά και είπε ναι.

Άφησε μια κραυγή η Λεμονιά κι έφυγε κλαίγοντας από το σπίτι της φίλης της. Η Κατίνα μάζεψε το φλιτζάνι και γύρισε στην κουζίνα.

- Μάναααα! φώναξε. Τι απόκαμε η προξενήτρα που στείλαμε στον πρόεδρο;
- Όλα εντάξει κόρη μου, της είπε η μάνα μπαίνοντας στην κουζίνα. Ε, τόση γη και τόσες λίρες πώς να πει όχι κορίτσι μου;


- Κυρία προέδρου, σιγομουρμούρισε η Κατίνα τακτοποιώντας ένα τσουλούφι που ξέφυγε από την κοτσίδα της. Πάντα τη γοήτευε η εξουσία. 

ΤΕΛΟΣ


Ήταν η δική μου συμμετοχή στο παίζοντας με τις λέξεις #19, που διοργάνωσε με ιδιαίτερη προσοχή και αγάπη για μια ακόμη φορά η Memaria, λογοτεχνικό σπιτικό της My trips on blog. Ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία, την τιμή της ανάγνωσης και της προσοχής σας. Συγχαρητήρια σε όλους τους συμμετέχοντες και στην έτι μία φορά νικήτρια, Μαρία Κανελλάκη. 

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Μιαν άνοιξη που περιμένουμε... (Σκέψεις και Εικόνες #7)


   

Έλα σαν άνοιξη
αλαφροπατώντας πάνω σε γαλανό ουρανό
ενδεδυμένη τα λευκά της  νεότητας.
Άσε την ικμάδα σου να ζωντανέψει τους βλαστούς
να ντύσει με ζωή το νοτισμένο χώμα.
Μπουμπούκιασε η βερικοκιά, για δες!
Θυμάσαι;
Θα ‘ναι κοντά δέκα χρόνοι
που τον γλυκό καρπό φιλώντας  έκρυψες στη γη.
Και τώρα δεντρί ολάκερο μας φιλεύει τη δροσιά του. 


   

Έλα σαν ήλιος γιορτινός, ολόχρυσος
να μου θαμπώσεις το βλέμμα.
Σαν κεχριμπάρι ακριβό που σφίγγω μ’ αγωνία
σαν προσμετρώ τις ώρες να φανείς
στον κόρφο μου να δέσεις.

          

Έλα σαν περιστέρι γοργοφτερουγίζοντας
 πάνω σε γαλανό ουρανό στολισμένο με νέφη ανάρια κι αόριστα
 να γίνεις ταίρι μου ακριβό
να χτίσουμε τον κόσμο απ’ την αρχή.
Να σου χαρίσω ερυθρόλευκα του Μάρτη παράσημα
κι άλλα τόσα κλαδιά και κορδέλες 
να σιάξεις μια  φωλιά της αγάπης. 

    

Σαν μαρτυρία της ίριδας να ‘ρθεις.
Λευκό φως που ερωτεύεται
το διαμαντένιο δάκρυ τ’ ουρανού
και αναλύεται σ’ επτά του κόσμου αλήθειες.
Ελπίδα, αγάπη, χαρά, ευτυχία, ηρεμία, όραμα, σοφία.
Υπόσχεση συνέχειας, δήλωση αθανασίας.
Άσε τ' αγέρι να μας πλέκει τα μαλλιά 
κι εσύ να στροβίλίζεσαι στης γέννησης  τη δίνη.


Μα πιότερο απ’  όλα σαν έμπνευση θέλω να ‘ρθεις
να μου μαγέψεις πάλι το μυαλό
και να στοιχειώσεις όλα μου τα χρώματα.
Με παπαρούνες άλικες και πασχαλιές
να περιγράψω τη θυσία Του και  τ΄ ακριβό Της δάκρυ
κι όσο ο κισσός αναρριχάται γύρω απ΄ τα καμπαναριά
άσε να βαρούν τα σήμαντρα όλα
κι εγώ να ψιθυρίζω ... Δόξα σοι.



Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
29/3/19

Οι φωτογραφίες ανήκουν στη γράφουσα. Τα άνθη είναι γέννημα δική μας φροντίδας. Ο πίνακας Πρώιμος Μάρτης  (ακριλικά σε καμβά και ανάγλυφες τεχνοτροπίες άμμου) είναι έργο της γράφουσας και στολίζει πλέον τον τοίχο ενός πολύ αγαπημένου της προσώπου. 


Είναι η δική μου άνοιξη στο (Σκέψεις και Εικόνες # 7) που διοργανώνει η Μαρία Νικολάου στο"Μια ματιά στον ήλιο με γιορτινά"

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

21η Μαρτίου



Θα ξεκινήσω την αυγή με τα χέρια γεμάτα νοήματα
και πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά
ένα υφαντό θα σιάξω που να  θυμίζει ουρανό.
Στις τέσσερις άκρες του θα κεντήσω τα ρήματα όλα
και καταμεσής στην καρδιά του θα ζωγραφίσω μια θύελλα
- αυτή της γραφής μου  -

Στο λυκαυγές του χρόνου ανακάλυψα
την αλήθεια των ήχων.
Στο σύθαμπο της λησμονιάς σίγησαν τα σύμφωνα όλα,
μα κάθε που οι λέξεις ερωτεύονται κι οι στίχοι αναγεννιούνται
εγώ στις εκβολές του Γάγγη γεννώ τις αλήθειες μου.

Οργισμένο το έρεβος επίμονα με καλεί
σιωπή να με ντύσει,  
να διαβώ το μονοπάτι  του και λατρέψω το μαύρο.
Ερωτευμένη ξυπνά η ανατολή
και μ’ ένα αμαρτωλό ροδί μου βάφει τα χείλη,
να πυρώνει η ψυχή σου σαν σου γελώ.

Ίσταμαι ανάμεσα σε χρώματα και ήχους.
Σιωπώ  κι αναλογίζομαι…

Όσο σκούρο και να ‘ναι το γκρίζο,
κρύβει πάντα μέσα του μια στάλα λευκό.
Εκεί να στοχεύεις!

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
21/3/2019

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Η ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΥΑΙΝΕΣ




Ήταν κάποτε ένα κορίτσι γελαστό, απροβλημάτιστο, έξω καρδιά. Νόμιζε πως όλος ο κόσμος ήταν καλός και ειλικρινής σαν και κείνο και είχε χρώμα ροζ. Κι όσο κι αν προσπαθούσε αλλιώς να τον δει πάντα ροζ τον έβλεπε. Ροζ ο κόσμος όλος και όλοι οι άνθρωποι καλοί κι ευγενικοί και φίλοι της. Με αυτούς τους ανθρώπους, με αυτούς τους φίλους λοιπόν περνούσε το χρόνο της, έβγαινε τα βράδια και διασκέδαζε, χόρευε και γελούσε. Ώσπου μια νύχτα είδε τα πρόσωπα πίσω από τις μάσκες. Είδε τα σφιγμένα δόντια πίσω από τα χαμόγελα. Είδε τα παγωμένα μάτια, τα άψυχα κόρμιά. Όχι, δεν μπορoύσε να ήταν αλήθεια. Ήταν δυνατόν; Ναι, ήταν. 

Αυτοί δεν ήταν άνθρωποι. Ήταν ύαινες. Είδε τα άσχημα σαγόνια τους κι άκουσε το φριχτό ουρλιαχτό τους. Μύρισε τη βρωμερή ανάσα τους. Ήταν πολλά τα αγρίμια και ήταν μόνη της. Ήταν αδύνατον να νικήσει, να ξεφύγει, να σωθεί, την είχαν κυκλώσει. Μπορούσε μόνο να περιμένει να τελειώσουν το άρρωστο φαγοπότι τους. Ήξερε πως δεν ήταν εύκολο κι ούτε θα τελείωνε γρήγορα. 

Όλος ο κόσμος άλλαξε εκείνη τη νύχτα. Τα χρώματα άλλαξαν, οι διαστάσεις τους σύμπαντος άλλαξαν. Το παρόν με το παρελθόν μπλέχτηκαν. Το τώρα και το ποτέ έγιναν ένα. Η απόγνωση και η ελπίδα μπερδεύτηκαν. Απόγνωση γιατί η αυγή ήταν ακόμα μακριά, ελπίδα γιατί κάποτε θα ξημέρωνε. Μια σκέψη χαράχτηκε στο μυαλό της. Τι κι αν σου πάρουν το κορμί, η σάρκα είναι φθαρτή. Την ψυχή σου δε μπορεί να την αγγίξει κανείς. Κανένα χέρι δε μπορεί να αγγίξει το άυλο. Η ψυχή σου θα μείνει εκεί μέσα βαθειά κρυμμένη, δε θα σου τη λερώσει κανείς. Γαντζωμένη σε αυτή τη σκέψη, έπαψε να νιώθει, έπαψε να αισθάνεται και κάρφωσε το βλέμμα της στο παράθυρο περιμένοντας το πρώτο φως της μέρας να φανεί. Κι άργησε τόσο μα τόσο να φανεί.

Κάποτε ξημέρωσε. Οι ύαινες έβαλαν και πάλι τις χαμογελαστές, καθώς πρέπει μάσκες τους. Τα μάτια τους έγιναν και πάλι ανθρώπινα κι εκείνη μαζεύοντας τα κομμάτια της σερνόμενη γύρισε στο σπίτι, στη δική της φωλιά. Στο δικό της κόσμο, στη δική της ψυχή όμως ήταν ακόμα νύχτα. Το ρολόι είχε σπάσει εκείνο το βράδυ και οι δείκτες γυρνούσαν σαν τρελοί. Βρισκόταν εκτός τόπου και χρόνου με μια παγωμένη ψυχή κι ένα κομματιασμένο κορμί. Η σάρκα της αιμορραγούσε, φλεγόταν μα τα δάκρυά της ούτε να την καθαρίσουν μπορούσαν ούτε να την δροσίσουν. Μα εκείνη δεν μπορεί να ουρλιάξει μήτε να μιλήσει. Και ο βουβός πόνος είναι πόνος αγιάτρευτος που στοιχειώνει την πραγματκότητα και τα όνειρα. 

Σύρθηκε στη μέσα πλευρά της ντουλάπας της. Ήθελε να κρυφτεί από όλους, να ξεχαστεί και να πεθάνει εκεί, να σταματήσει να νιώθει, να σκέφτεται, να υπάρχει. Το λεπίδι που κρατούσε στα χέρια της ήταν πολύ κοφτερό. Μια απόφαση ήταν… λίγο κουράγιο ήθελε μόνο και όλα θα τελείωναν. Ο πόνος, η ενοχή, η σιχασιά, η ντροπή. Ναι, η ντροπή.. πόσο μα πόσο πολύ ντρεπόταν. 

Πίεσε δυνατά το λεπίδι πάνω στο χέρι της, πίεσε λίγο ακόμα κι άρχισε να νιώθει τη σάρκα της να ανοίγει κάτω από την πίεση της κοφτερής λάμας. Ένας ακόμη βιασμός του κορμιού της, ο τελευταίος. Λίγο ακόμα ήθελε, μα ξαφνικά σταμάτησε. Ήταν πολύ κουρασμένη. Κουλουριάστηκε σαν αγέννητο μωρό καλά φυλαγμένο μέσα στη θαλπωρή της μήτρας και κοιμήθηκε βαθιά.

Σαν άνοιξε τα μάτια της δεν ήξερε αν είχαν περάσει ώρες ή μέρες. Βγήκε με κόπο μέσα από τη ντουλάπα και σύρθηκε στο κρεβάτι της. Σκεπάστηκε με την αγαπημένη της κουβέρτα. Τα μάτια της εξακολουθούσαν να είναι υγρά μα η ζωή σπίθιζε ακόμα μέσα τους. Τράβηξε ένα κομμάτι χαρτί από το κομοδίνο δίπλα της και έπιασε το μολύβι με τα πονεμένα της δάχτυλα. Έκανε να το σφίξει μα οι κινήσεις της γίνονταν με δυσκολία. 

Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσυρε το μολύβι της απάνω στο χαρτί. «Ήταν κάποτε ένα κορίτσι γελαστό, απροβλημάτιστο, έξω καρδιά. Νόμιζε πως όλος ο κόσμος ήταν καλός και ειλικρινής σαν και κείνο και είχε χρώμα ροζ…»


Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου


Το κείμενο αυτό, γράφτηκε χρόνια πριν, παρουσιάστηκε στο Facebook και αργότερα εδώ στις 25/11/18. Σήμερα ανασύρεται από το παρελθόν και βγαίνει στο φως έτι μία φορά θέλοντας να σταθεί δίπλα στις ιστορίες της αννετά...κι που παρουσίασε στην Ερωτική Υμνωδία της Lysippe. Γιατί υπάρχουν και πόρτες που μείναν για πολύ ορμητικά κλειστές και οι πληγές δεν ήταν απλά μικρές φουσκάλες απο ξύλινα τσόκαρα. 





Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Ο πορθητής των στίχων

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Τα μεσημέρια της λαχτάρας αγκαλιάζανε το φως
σκίζοντας τις σάρκες τους
και ταΐζοντας ο ένας τον άλλον.
Ο κόρφος της μύριζε γαζία
κι αυτός τη θήλαζε δίχως σταματημό.
Με μαγιάτικα ρόδα στόλιζε της πηγής της την είσοδο
να θωπεύει την άνοιξη σαν σμίγει μαζί της -έλεγε-.
Σπιθαμή προς σπιθαμή χαρτογράφησε τον έρωτα
πάνω στο γυμνό της κορμί.
Τα φιλιά του σημαία σε κάθε αναρίγισμα .
Τα χέρια του πυρωμένα σίδερα να σημαδεύουν τον πόθο
σε κάθε του άγγιγμα.
Ήταν τα χείλη της κόκκινα,
φλογισμένα απ’ το αδρό του φιλί
και τα μαλλιά της ένα κατάμαυρο δίχτυ 
που γύρω του πλεκόταν σαν φυλακή.
Την κερνούσε κραυγές και στεναγμούς αμαρτωλών αγγέλων.
Ναυαγοί ξημέρωναν στης ηδονής την ακτή.
Ξέπνοοι ξεπέζευαν απ’ της απόλαυσης το άρμα.
Τα λινά της σεντόνια κατάπιναν αχόρταγα τους χυμούς της κορύφωσης.
Ένα αεράκι απ’ τ’ ανοικτό παραθύρι στέγνωνε τα ιδρωμένα τους κορμιά.
Πολύ πριν ανέβει ο ήλιος ψηλά
τη σκέπαζε με τους στίχους της και την παρέδιδε στον Μορφέα.
Ύστερα χανόταν μέσ’ στ’ ανοιχτό της βιβλίο ίσαμε το επόμενο λιόγερμα.
Ήταν ο εραστής του ονείρου της.
Ο πορθητής της γραφής της.

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
15/3/19

Μια ακόμα ταπεινή συμμετοχή στο γαϊτανάκι της Ερωτικής Υμνωδίας όπου έχει αρχίσει να στροβιλίζεται στο σπιτικό της Lysippe μας όπου γνωστοί και φίλοι καταθέτουν ό,τι θυμίζει έρωτα ή και όχι !Θέρμα ευχαριστώ για την ενσωμάτωση και τη συμπόρευση. 

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

ΑΝΘΟΣ Η ΓΥΝΑΙΚΑ - ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΑΠΠΑ


4η ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ, ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΠΑΠΠΑ

ΑΝΘΟΣ Η ΓΥΝΑΙΚΑ




Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΛΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ 
ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΛΛIΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ.


Τα δέντρα, όταν πεθαίνουν, επιστρέφουν στη γη
και ερωτευμένα κορίτσια, ξαναγεννιούνται,
σε αγκαλιές φλογερών εραστών.
Οι γυναίκες όταν επιστρέφουν στη γη,
στης στολισμένης Άνοιξης την αγκαλιά,
ώς ανθοί ξαναγεννιούνται.


... γράφει ο ποιητής Σακελλάρης Καμπούρης στο ποίημά του Ανθός η γυναικά και η Φωτεινή Παππά εμπνέεται και αρχίζει να μεταφράζει την ουσία των στίχων με χρώμα και εικόνα . Μια γυναίκα αναδύεται μέσα από ένα μπουκέτο με παπαρούνες και λευκές μαργαρίτες. Μια γυναίκα που την στολίζει μια κόκκινη κορδέλα και μια πεταλούδα πετά σιμά της υποδηλώνοντας τη μαγεία της μεταμόρφωσης κάθε φορά που μια γυναίκα βαφτίζεται στην κολυμπήθρα του έρωτα και της αγάπης και γίνεται έτσι μια νέα Αφροδίτη.

            Τη ζωγραφική της Φωτεινής Παππά την αντάμωσα σε μια ανάρτηση  στο facebook, όπου ένα της έργο πλαισίωνε τους στίχους ενός ποιήματος. Τα ίχνη του μολυβιού της με αιχμαλώτισαν σαν ιστός από αράχνη και προτού το καταλάβω ήμουν δέσμια των εικόνων που καταμαρτυρούσε ο χρωστήρας της. Αγαπημένο της θέμα; Η γυναίκα. Το θήλυ. Το έτερο του Αδάμ πλευρό. Μια Πηνελόπη στην άκρη του λιμανιού, που αγναντεύει το πέλαγος, μια Περσεφόνη που ανταμώνει  την άνοιξη μέσα σ’ ένα μπαξέ γεμάτο άνθη. Ρόδα και τουλίπες γλυκοφιλούν και αγκαλιάζουν τις γραμμές των γυναικών, άνθη με έντονο χρώμα, κυρίως κόκκινα, όπου συνοδεύουν τη μοναξιά τους, συντροφεύουν το σιωπηλό τους βλέμμα, συμπληρώνουν τον νόστο , σιγομουρμουρίζουν το όνειρο ή τη λαχτάρα τους.

            Γυναίκες όμορφες, με γραμμές απαλές, ανάριες σαν νύμφες, γιατί στα μάτια της ζωγράφου όλες οι γυναίκες είναι όμορφες, χωρίς ατέλειες. Το πινέλο της, διαπερνά τα χαρακτηριστικά της επιδερμίδας και χρωματίζει την ψυχή τους. Μαρτυρά τον χώρο που η κάθε γυναίκα φυλά στην καρδιά της για να φωλιάσει μέσα η αγάπη, η ελπίδα, ο ερωτας. Τα πρόσωπα, αν και όμορφα είναι σεμνά, χωρίς φτιασιδώματα και χαρακτηριστικά εντυπωσιασμού. Γιατί η γυναικεία ψυχή είναι άβαφτη και γυμνή, έτοιμη να ντυθεί με τον μανδύα της αγάπης και της τρυφερότητας και να βαφτιστεί στο χρώμα της ολοκλήρωσης.

            Ένα ρόδο’  αυτό είναι η γυναίκα στους πίνακες της Φωτεινής Παππά. Ένας βολβός καλά φυλαγμένος στο χώμα, που βγάζει ρίζες κι αναρριχάται στη ζωή, κοντράρει τον άνεμο, ανταμώνει τον ήλιο, ξεδιψά στη βροχή και ανθίζει στην αγάπη. Οι ποιητές αγκάλιασαν τα έργα της Φωτεινής με τους στίχους τους, στόλισαν με τους πίνακές της τα κατώφλια των ποιητικών τους συλλογών και η ζωγράφος γίνεται η αγαπημένη των ποιητών, ανάμεσά τους και η ομιλούσα.

            Πολλά τα ποιήματα, πολλά και τα γεννήματα του πινέλου της Φωτεινής. Τα χρώματά της αναμειγνύονται μαγικά με την ανάσα των ποιητών και το δάκρυ της γραφής τους και μια μούσα κατάδική τους εμφάνιζεται στους πολύτιμους καμβάδες της ζωγράφου. Μια δημιουργός που πέρα από την ποίηση αναδεικνύει πολλές ιδιαίτερες στιγμές της ζωής μας. Είναι μέλος του συλλόγου ‘’ΕΝΩΣΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ’’ και  στηρίζει τον σύλλογο Πίστη για τα  παιδιά με καρκίνο. Συμμετέχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής και καλλιτεχνικές ανθολογίες και ημερολόγια και έχει λάβει μέρος σε διεθνείς εκθέσεις και διαγωνισμούς όπου έχει αποσπάσει αρκετές διακρίσεις.

            Θα παρατηρήσετε ότι τα πρόσωπα των γυναικών στα έργα της Φωτεινής είναι κατά την πλειοψηφία τους μερικώς γυμνά και κατάτι μελαγχολικά. Θαρρώ πως η γύμνια αυτή καταδεικνύει την ανάγκη της ζωγράφου να υμνήσει στο όλον της την φυσική υπόσταση της γυναίκας. Το σώμα που μπορεί να είναι ναός του έρωτα και παράλληλα μια μήτρα που θα κυοφορήσει το Θείο. Μια κόρη που ξεχνιέται στο γαλάζιο του ορίζοντα ή μια ερωμένη που υπόσχεται μια αξημέρωτη αύριο, μια πλημμυρίδα συναισθημάτων. Υποθέτω πως καθένας από μας τοποθετεί την κάθε γυναίκα στους πίνακες, στο δικό του συναισθηματικό και ψυχικό μετερίζι και πλάθει γύρω της τη δική του πορεία για την Ιθάκη.

            Ιθάκη ... για τη ζωγράφο είναι η ολοκλήρωση του κάθε έργου. Αυτό από μόνο του είναι ένα ταξίδι με αρχή, μέση και τέλος. «Νίκη...» θυμάμαι έλεγε η Φωτεινή, πριν λίγα χρόνια όταν ανταμώσαμε ως κριτές σε έναν διαγωνισμό τέχνης «... είναι η δύναμη να ξεκινήσεις ένα νέο έργο και το κουράγιο να το ολοκληρώσεις. Αυτό είναι η Ιθάκη του καλλιτέχνη.» έλεγε και πόσο δίκιο έχει...

            Η σημερινή μέρα είναι πολύ σημαντική για τη ζωγράφο. Έχοντας και η ίδια παλέψει για τα ανθρώπινα δικαιώματα αλλά και για τα δικαιώματα των γυναικών, θέλει μέσα από την τεχνη της να απαλύνει τις πληγές από την κοινωνική ανισότητα και τον σεξισμό, τη βία και την ατιμωρησία απέναντι σε ό,τι τις μειώνει και τις στιγματίζει. Σφουγγίζει τα δάκρυα και αραιώνει το άλικο και το κυανό, το κίτρινο και το μαβί που συνοδεύουν τους πίνακές της, στολίζοντας μοναδικά κάθε γυναικεία φιγούρα.

            Η ομιλούσα δεν είναι εικαστικός, όπως θα καταλάβατε. Αγαπώ να ταιριάζω τις λέξεις να ζωραφίζω νοήματα. Οι έννοιες και οι εικόνες της ψυχής μου βρήκαν απάγκιο στους πίνακες της Φωτεινής. Υπήρξαν φορές που κατω από έναν πίνακά της τα λόγια άρχισαν να πλέκουν τη δική τους ιστορία και προτού το καταλάβουμε και οι δυο οι δημιουργίες μας αγκαλιάζονταν σαν να είχαν γεννηθεί από μια μήτρα. Με τη ζωγράφο με συνδέει ένα αόρατο μαγικό νήμα που μας κάνει να γνωριζόμαστε σαν από πάντα και συχνά μέσα από τα έργα της νιώθω να συμπληρώνεται η γραφή μου. Γι’ αυτόν τον λόγο στέκομαι σήμερα εδώ μποροστά σας για να μαρτυρήσω τη μαγεία του ταλέντου της, αλλά και τη μοναδικότητα του ανθρώπου. Γιατί οι καλλιτέχνες είναι αυθεντικοί όταν και με τη σταση τους και τη ζωή τους επαληθεύουν το έργο τους.

            Η Φωτεινή με σύμμαχο τη γραφίδα της, τις τέμπερες και τα ακριλικά ζωγραφίζει τον κόσμο από την αρχή και φωνάζει πως η ζωή είναι γυναίκα και η Γυναίκα είναι ανθός !

            Κυρίες και κύριοι, Ανθός η Γυναίκα, της Φωτεινής Παππά!  Σας ευχαριστώ από καρδιάς !



Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα και εσωτερικός χώρος


Η εικόνα ίσως περιέχει: εσωτερικός χώρος

Το παραπάνω ποίημά μου, γραμμένο σε έναν τεράστιο καμβά από τα χέρια της Φωτεινής Παππά
μας καλοσώριζε στον τεράστιο χώρο της έκθεσης.



Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, εσωτερικός χώροςΗ εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, εσωτερικός χώρος

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα και εσωτερικός χώρος

Η εικόνα ίσως περιέχει: σχέδιο


Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, λουλούδι


Η εικόνα ίσως περιέχει: λουλούδι


Η εικόνα ίσως περιέχει: λουλούδι και φυτό



Η εικόνα ίσως περιέχει: λουλούδι και φυτό

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.      Î— εικόνα ίσως περιέχει: λουλούδι και φυτό

      Î— εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, άτομα στέκονται και εσωτερικός χώρος      Î— εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, άτομα στέκονται

Η εικόνα ίσως περιέχει: 4 άτομα, άτομα στέκονται και εσωτερικός χώρος

Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, άτομα στέκονται

Η εικόνα ίσως περιέχει: την Φωτεινή Παππά, χαμογελάει, γυαλιά και κοντινό πλάνο  
Email: tklonis@otenet.gr
Επικοινωνία:- Facebook
Τηλ.: 694 760 2341

Στις 25 Νοεμβρίου 2017, είχα την τιμή να ανοίξω με την ομιλία μου τη 4η ατομική έκθεση ζωγραφικής της Φωτεινής Παππά, μιας γυναικάς που τα χρώματάς της γεννούν στίχους στην ψυχή μου και το αντίστροφο. Είχα τη χαρά και την τιμή να υμνήσω τη ζωγράφο που υμνεί τη γυναίκα και θεμελιώνει με το εργο της ακόμα περισσότερο την παρουσία της στον κόσμο αυτό. Τιμή και αγάπη, δέος και περηφάνια κατέκλυσαν την ψυχή μου την μέρα εκείνη που ήρθε η στιγμή να φανερωθεί και μέσα από το δικό μου μετερίζι χαρίζοντας λίγο φως παραπάνω σε ό,τι αντιπροσωπεύει η γυναίκα σήμερα και ο πολλαπλός της ρόλος στη ζωή ... να θυμήσει και να τιμήσει όσες πλήρωσαν με το αίμα τους το δικαίωμά μας σήμερα να έχουμε ΦΩΝΗ.


Γ Υ Ν Α Ι Κ Α

Κι αναζητώντας την απαρχή μου
στο σώμα σου μέσα έφτασα, μάνα μου.
Στη σάρκα που μ'έθρεψε,
το αίμα που μ'ανάστησε,
πνοή απ' την πνοή σου,
μάνα μου έκλεψα
και γάλα από το στήθος σου μετάλαβα.
Γυναίκα, μάνα, αδερφή και φίλη μου καλή...
Γυναίκα αρχόντισσα, παραδουλεύτρα, πόρνη...
Μαρία, Κλεοπάτρα, Κασσιανή...
Γυναίκα, 
Χρόνια σου πολλά !


Το φωτογραφικό υλικό ανήκει στη Φωτεινή Παππά, οι στίχοι της εισαγωγής στον ποιητή Σακελλάρη Καμπούρη (https://lykavgi.blogspot.com/). 

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

Άλμα Ζωής


Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ....


Για όλους εσάς που πιάσατε με τα χέρια σας τα δικά μου και μπορέσαμε μέσα από την ομορφιά και τους στίχους να χαρίσουμε δύναμη και αγάπη στους αγωνιστές της ζωής.

Σας ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου που στηρίξατε την πρωτοβουλία μου για δωρεά όλων των εσόδων του βιβλίου μου "ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΙΒΙΣΚΟΥ" στον Πανελλήνιο Σύλλογο Γυναικών με Καρκίνο Μαστού Alma Zois,  Άλμα Ζωής. 

Η πρώτη έκδοση σχεδόν εξαντλήθηκε πλουτίζοντάς μας σε ανάστημα ψυχής.


Οι παρακάτω φωτογραφίες παραθέτονται χάριν διαφάνειας και αποδείξεως του σκοπού και του λόγου μου!

Με τιμή και εκτίμηση,

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.                               Î”εν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2019

Εγώ αγάπη μου

Η ψυχή είναι πολύ βαθιά και μόνο ο Θεός τη γνωρίζει…

Εγώ αγάπη μου  της ζωής μου τη στράτα
τη διάβηκα  με πόδια γυμνά
με σεβασμό στη νοτισμένη γη
λατρεύοντας τη μυρωδιά του αγνώστου.
Τα χέρια μου αγκάλιαζαν της μυγδαλιάς τ’  άνθη
κι ας μας πρόδιδε ο χειμώνας.
Στη γέννα της νέας μέρας  χόρευα
σιγοτραγουδώντας στον ήλιο
και τα βλέφαρά μου πετάριζαν
στον ερχομό των χελιδονιών.

Εγώ αγάπη μου σε νερό θαλασσινό
βάφτιζα κάθε Αύγουστο την ψυχή μου
να ξεκινά απ’ την αρχή, αλαφριά από κρίματα 
και της αλμύρας το πουκάμισο φορούσα κατάσαρκα
να ‘χεις τη θάλασσα στα χείλη σου σαν με φιλάς.
Τ’ άστρα κατέβαζα απ’ τον ουράνιο θόλο
και τα κεντούσα στο προσκέφαλο
να ΄χει η νύχτα μου φως
κι ο έρωτας σκιά στης κάμαρης τον τοίχο.

Εγώ αγάπη μου τον πόνο μου πάντα
τον έντυνα με κουρέλια  παλιάτσο
και στα στενά της γης τον έστελνα
να μαζεύει τα γέλια του κόσμου
να μου σκεπάζουν τα δάκρυα’
και τις βαθιές χαρακιές της καρδιάς
τις άφησα ρυάκια να γίνουν να βρίσκει δρόμο
το νερό της βροχής να κυλά
για να ξεπλένει τις θύμησες
και να ξεδιψά το σκονισμένο μου χαμόγελο.

Εγώ αγάπη μου στον κόσμο αυτό
περπάτησα με το κεφάλι ψηλά
ακόμα κι όταν είχα τα φτερά μου σπασμένα
και τη κραυγή μου τη χάρισα σε κάθε αποχαιρετισμό
ν’ αντηχεί στα ουράνια η σκέψη μου
ίσαμε να πετάξει ψηλά η ψυχή μου
και λεύτερη φιλήσει το φεγγάρι.


Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
27/2/19






Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2019

Λευκή Δαντέλα


Αποτέλεσμα εικόνας για δαντελενιες καλτσες

Παρασκευή βράδυ δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα

Η Έλλη άνοιξε την πόρτα και πέρασαν και οι δυο τους μέσα. «Δεν είναι κανείς εδώ;» τη ρώτησε. 

«Όχι» απάντησε. «Ο άντρας μου λείπει στην Πάτρα για δουλειές και τα παιδιά είναι στη μητέρα μου. Θα πάω να τα πάρω αύριο το μεσημέρι» 

Πέρασαν και καθίσανε στο σαλόνι. Μια ευρύχωρη σάλα με δυο λευκούς δερμάτινους καναπέδες. Η Έλλη άφησε τα φώτα χαμηλά. Είχαν χορτάσει από φώτα και καπνό σε αυτή τους την έξοδο. Τόσα χρόνια στο ίδιο γραφείο και ποτέ ως τώρα δεν είχαν κανονίσει να βγουν, ούτε καν για σινεμά. Σήμερα όμως το είχε προτείνει η ίδια λόγω της επερχόμενης μετάθεσής της που τόσα χρόνια πάλευε να πάρει. Νισάφι πια με αυτή τη τσιμεντούπολη. Ήθελε τα παιδιά της να έχουν λίγο παραπάνω οξυγόνο, λίγο παραπάνω πράσινο και μια χούφτα θάλασσα να χαίρονται όλον τον χρόνο, όχι μόνο δεκαπέντε μέρες στις διακοπές. 

«Θα πιεις κάτι;» ρώτησε 

«Να συνεχίσουμε με κρασί. Έχεις;» της αποκρίθηκε. 

«Πάντα» απάντησε η Έλλη. «Ν’ ανοίξω μια Μαυροδάφνη; Φέρνει συχνά ο άντρας μου από την Πάτρα» 

«Ο άντρας της και ο άντρας της» σκέφτηκε με θυμό. «Μα καλά τίποτα δεν κατάλαβε;» αναρωτήθηκε. «Ναι, ναι, μια Μαυροδάφνη είναι ό,τι πρέπει. Θα μας γλυκάνει» είπε. 

Η Έλλη κινήθηκε προς το μπαρ. Έσκυψε να πάρει ένα μπουκάλι κρασί. 

Την κοιτούσε με μάτια γεμάτα λαγνεία. Πόσο της πήγαινε αυτό το γκρίζο κουστούμι που φορούσε. Οι γλουτοί της, οι σφιχτοί της μηροί διαγράφονταν όλο αναίδεια, σαν να προκαλούσαν να την πλησιάσει από πίσω και να κολλήσει πάνω της. Να αγγίξει τα πυρόξανθα κοντά της μαλλιά. Να ανασάνει την αύρα της. 

«Ψυχραιμία» ψιθύρισε και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ήδη είχε φτάσει αρκετά κοντά. Δεν χρειάζονταν λάθος κινήσεις τώρα. 

Σε δυο λεπτά εκείνη ήταν πίσω στον καναπέ προσφέροντας το ποτήρι με το κρασί. Έβγαλε το σακάκι της και το ακούμπησε πιο κει σε μια καρέκλα. Κάτω από το μεταξωτό της πουκάμισο διαγραφόταν το λευκό της στηθόδεσμο που έκρυβε τη ροδαλή σάρκα που τόσο ποθούσε. Ξεροκατάπιε. 

«Λοιπόν;» έσπασε τη σιωπή η Έλλη. «Πες κάτι; Έτσι θα τη βγάλουμε; Στη σιωπή;» 

«Όχι, θέλω να σε ρωτήσω» της απάντησε. «Είσαι σίγουρη πως θες να φύγεις;» 

«Εννοείται» απάντησε η Έλλη. «Τι ερώτηση είναι αυτή;» 

«Να, εννοώ… δεν σε κρατάει τίποτα εδώ;» 

«Ε, έχω τους δικούς μου» μα δεν την μπορώ άλλο την Αθήνα. 

«Μόνο τους δικούς σου έχεις;» την ξαναρώτησε με πιο έντονη φωνή. 

«Ποιον άλλο έχω;» ρώτησε η Έλλη γελώντας και σηκώθηκε να βάλει λίγο κρασί ακόμα. 

«Εμένα!» της φώναξε και σηκώθηκε από τον καναπέ απότομα και πήγε κοντά της πιάνοντας της το πρόσωπό και κοιτώντας τη κατάματα. « Έχεις εμένα!» επανέλαβε. 
«Εσένα; Τι εσένα; Πώς εσένα;» κατάφερε να ξεστομίσει η Έλλη γουρλώνοντας τα μάτια, μην πιστεύοντας τι άκουγε, τι έβλεπε, τι ζούσε. Παραπάτησε και το ποτήρι έπεσε στο πάτωμα, σπάζοντας και σκορπίζοντας τα κομμάτια του εδώ κι εκεί. Η Έλλη έσκυψε ταραγμένη να τα μαζέψει κι ένα κομμάτι κρύσταλλο της έκοψε το δάχτυλο. Γονάτισε δίπλα της. 

«Άσε με να το δω» της είπε και έβαλε στο στόμα το πληγωμένο της δάχτυλο ρουφώντας το ζεστό της αίμα. «Άσε με να το φιλήσω να περάσει» της ψιθύρισε και ακούμπησε τα χείλη της πρώτα τρυφερά και μετά όλο ορμή με μια ανάγκη κατάκτησης που όμοιά της δεν είχε ξανανιώσει. 

Η Έλλη στην αρχή προσπάθησε να τραβηχτεί. Δεν πίστευε όλο αυτό που της συνέβαινε μα μια γλυκιά μέθη είχε συνεπάρει το κορμί της και όλες της οι αντιστάσεις είχαν μεμιάς εξαφανιστεί. Δυο χείλη ρούφαγαν αχόρταγα τη βάση του λαιμού της ενώ δυο χέρια κρατούσαν σφιχτά τα στήθη της. Την ώρα που ένιωσε την καυτή ανάσα πάνω στις θηλές της νόμισε πως θα ουρλιάξει. ‘Ενιωσε να της ξεκουμπώνει το παντελόνι. Τραβήχτηκε για μια στιγμή. Μόνο για μία. 

«Μη με σταματάς» της είπε. «Άσε με να σου δείξω πώς νιώθω για σένα. Περιμένω τόσο πολύ καιρό. Άσε με να σε νιώσω πριν σε χάσω για πάντα» Το μυαλό της είχε μουδιάσει. Πριν καν ανασάνει το παντελόνι της ήταν στο πάτωμα. Τα πόδια της λεπτά μακριά κρυμμένα όμορφα σε δυο ψηλές διχτυωτές κάλτσες που στερεώνονταν ψηλά στους μηρούς. Παραμέρισε το εσώρουχό της και τη φίλησε με τόση θέρμη που η Έλλη παρέλυσε. Απέμεινε εκεί να φλέγεται κάτω από τα καυτά φιλιά, τα χάδια που διεκδικούσαν τη σάρκα της, μια σάρκα που έτρεμε χάρη σε τούτο το απαγορευμένο άγγιγμα. Στέναζε και έκλαιγε από ηδονή γιατί τούτα τα χέρια τα άγνωστα την ήξεραν τόσο καλά. Ήξεραν πώς να την αγγίξουν και πόσο να την περιμένουν, γνώριζαν πότε να κάνουν πίσω για να τη βασανίσουν λίγο ακόμη πριν τη κορύφωση. Δεν απαιτούσαν τίποτα από εκείνη παρά μόνο να νιώσει. Δεν ήθελαν να της πάρουν τίποτα παρά ίσως μόνο την κραυγή της. 

«Να ‘ξερες πόσα χρόνια σε περίμενα» της ψιθύρισε. «Να ΄ξερες πόσο σε λαχταρούσα. Ν’ αγγίξω τη σάρκα σου, να σε γευτώ, να πιω από το στόμα σου. Να ‘ξερες πόσο δύσκολο μου ήταν να σωπαίνω όλον αυτόν καιρό που δουλεύουμε δίπλα δίπλα, όταν με πλησίαζες και το άρωμά σου με λίγωνε. Πόσες φορές μου ήρθε να φωνάξω, να σου ριχτώ μέσα στο ασανσέρ που κατεβαίναμε ή στο πάρκιν που πηγαίναμε να πάρουμε το αυτοκίνητο και σηκωνόταν η φούστα σου καθώς οδηγούσες. Πώς άντεξα Θεέ μου;» 

Της μίλαγε και τη φίλαγε, της μαρτυρούσε και τη θώπευε, μια φωτιά ήταν ολάκερη, ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Τα κορμιά έσμιγαν και χώριζαν τόσο αρμονικά. Έσμιγαν για πολύ και χώριζαν για λίγο σαν να μην άντεχε το ένα μακριά από το άλλο. Οι ανάσες κοφτές, γρήγορες και οι φωνές βαθιές βραχνές από την ηδονή και την παραζάλη. Επιτάχυνε τα χάδια, τα φιλιά, τα λόγια. Η Έλλη χαμένη σε μια δίνη αισθήσεων, παραδομένη στην ηδονή, σε κάτι τόσο πρωτόγνωρο για κείνη. Να ντρέπεται και να φλέγεται. Να φλέγεται, να φλέγεται… 

Ένιωσε πως η ώρα της έκρηξης ήταν κοντά. Έστω αυτή την στιγμή θα την είχε για πάντα κλέψει. Πλησίασε το πρόσωπό της χωρίς να σταματήσει να τη χαϊδεύει και τη φίλησε στο στόμα. 

«Δεν σου ζητώ τίποτα» της είπε κοιτάζοντάς τη στα μάτια. «Μόνο να με κοιτάξεις και να πεις το όνομά μου την ώρα που θα τελειώνεις. Μόνο αυτό!» Ακόμα και αυτό που ζητούσε ήταν τόσο ασύγκριτα ερεθιστικό. Πώς να πει όχι η Έλλη; Πώς να αρνηθεί να ονοματίσει τη γιορτή που γινόταν στο κορμί της. 

Η Έλλη ένιωσε να τη διαπερνά ένα ρεύμα και το κορμί της άρχισε να συσπάται παραδομένο σ’ έναν οργασμό που όμοιό του δεν είχε ξαναζήσει ποτέ. Τα χέρια της έτρεμαν, η καρδιά της κόντευε να σπάσει… 

«Υβόννη» ψιθύρισε κοιτώντας τη κατάματα. 



Όπως ίσως καταλάβατε, είναι μια ακόμα συμμετοχή προς τιμήν της Ερωτικής Υμνωδίας που  διοργανώνει και φιλοξενεί με μεγάλη επιτυχία η Lysippe στο εξαιρετκό και ζηλευτό σπιτικό της όπου ο καθένας μας προσθέτει μια ή και δυο ή και τρεις εκδοχές του έρωτα με όποια έννοια τον αντιλαμβάνεται. 

Με εκτίμηση

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
23/2/19

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Πήρα χρώμα και νερό


Σήμερα έβαλα στο φως ένα γυαλί κι έφτιαξα ένα ουράνιο τόξο.
Έκλεψα όλα του τα χρώματα και τα φυλάκισα σ’ ενα μπουκάλι μαγικό.
Σ’ έγδυσα απαλά και σ' έπλυνα.
Σε στέγνωσα με λατρεία κι αγάπη.
Ύστερα σου ζήτησα να γίνεις ο καμβάς μου.

- Θέλω να ζωγραφίσω πάνω σου όσα στην καρδιά μου γεννάς,
τα μέρη που με ταξιδεύεις.

Και πήρα γαλανό γι’ αρχη
κι έφτιαξα έναν ωκεανό στην πλάτη σου.
Ένα θαλάσσιο ρεύμα να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά σου
κι εγώ καράβι ακυβέρνητο 
να χάνομαι στα γαλάζια σου ύδατα
και να μη θέλω στεριά να βρω.
Ναυαγός να πνίγομαι μέσα στα κύματά σου. 

Πήρα πράσινο κι έφτιαξα μια κοιλάδα 
αναμεσα στα στήθη σου
κι ένα ιερό βωμό στο μέρος της καρδιάς σου.
Να σκύβω εκεί να προσκυνώ, 
να καταθέτω την αγάπη μου.

Πήρα έν' άλικο καυτό και σου ‘βαψα τα χείλη,
να μου θυμίζουν ώριμες κερασιές και μυρωδάτες φράουλες,
να τα φιλώ και να μεταλαμβάνω νάμα.
Παράδεισος και κόλασή μου, Εσύ,
να με σταυρώνεις και να μ' ανασταίνεις.

Έκλεψα κι ενα κίτρινο και ζωγράφισα φλόγες στα μαλλιά σου.
Φλόγες σαν αυτές που σκορπάς στο κάθε γέλιο σου.
Φλόγες καυτές σαν κάθε άγγιγμά σου.

Κι έμεινε το μενεξεδί,
που απόθεσα στα μάτια σου
αυτά που με μεθούν σαν νυχτολούλουδο κάθε βράδυ,
που θυμίζουν ερωτευμένο ουρανό λίγο πριν το χάραμα.

- Μάτια μενεξεδιά δεν υπάρχουν. Υπάρχουν; με ρώτησες.

- Μόνο τα δικά σου και τα ζωγράφισα εγώ!

Πήρα ένα λευκό σεντόνι και σε τύλιξα προσεχτικά. 
Τ' ακούμπησα πάνω στο κορμί σου 
και η εικόνα σου αποτυπώθηκε εκεί μαγικά.
Τέντωσα το πανί και στο έδειξα.

- Κοίτα πώς βλέπω τον κόσμο μέσα από σένα, σου είπα.

- Μα αυτό δεν είμαι εγω, μου αποκρίθηκες.

- Εσύ είσαι μέσα από τα χρώματα του ουρανού και του λευκού κλεμμένη ύπαρξη.
Για σένα τα ‘κλεψα, για να σε ζωγραφίσω.
Καμβά της ύπαρξής μου.
Πίνακα του πεπρωμένου μου.

Με χρώμα και νερό απόψε σε βάφτισα...
Τ’ όνομά σου ΕΡΩΤΑΣ ... και η φύση σου ΓΥΝΑΙΚΑ !

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
16/1/14

Το ποίημα αυτό ανασύρεται από το παρελθόν όπου είχε ταξιδέψει  μακριά στον πύργο της Αριστέας,
στο 13ο συμπόσιο ποίησης 
με  θέμα το Χρώμα !

Τώρα πάει να συναντήσει την ΕΡΩΤΙΚΗ ΥΜΝΩΔΙΑ της Lysippe 
όπου οι διαδικτυακοί συνοδοιπόροι φωτίζουν στιγμές του έρωτα 
με διαφορετικές ο καθένας αποχρώσεις!

Καλή ανάγνωση ~ 19/2/19