Κάθε που κουράζεται η ψυχή από τα τόσα της ζωής ταξίδια, αρχίζει η ποίηση κι αναβλύζει απ' τα εσώτερά μας και οι στίχοι πλέκουν ένα δίχτυ ασφαλείας να μας σώσει από το βάραθρο του χάους κάθε που πηδάμε στο κενό...

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΙΒΙΣΚΟΥ



...τώρα ξέρω πως όταν φύγω από αυτή τη ζωή, ένα κομμάτι της ψυχής μου θα συνεχίσει να ζει μέσα σε αυτές τις σελίδες. Δεν ξέρω τι με συγκινεί περισσότερο. Το να βλέπω τα λόγια μου τυπωμένα, ν' αγγίζω τις σελίδες του βιβλίου μου ή να βλέπω τα πρόσωπα πολλών από εσάς που με την αγάπη σας ή την αλλληλεπίδρασή μας γεννήσατε μέσα μου τούτο το πόνημα. 
...
Οι Vergina Books & Publications - Εκδόσεις Βεργίνα , η εξαιρετική εκδότρια Ευγενία Ασημακοπούλου Τσαλπαρά και εγώ έχουμε τη χαρά και την τιμή να σας παρουσιάσουμε την πρώτη ποιητική μου συλλογή "Στον Αστερισμό του Ιβίσκου". 
Η φωτογραφία του εξωφύλλου ανήκει στη φίλη φωτογράφο και blogger Μαρία Καρβούνη Μαρία Μαρία.
Τη συλλογή έχω την τιμή να προλογίζει ο εξαιρετικός ποιητής και εικαστικός, φίλος και συνοδοιπόρος, πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, Κώστας Καρούσος
Τη συλλογή αυτή μπορείτε να προμηθευτείτε από τον εκδοτικό οίκο Βεργίνα, τη γράφουσα,μέσω παραγγελίας από οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο και στην παρουσίαση του βιβλίου που θα γίνει στην Αίθουσα της ΕΕΛ εν ευθέτω χρόνω.

Σταθερή στη σκέψη μου ότι τα ταλέντα είναι δώρα Άνωθεν και γι' αυτό μη εκταμιεύσιμα, σας ενημερώνω πως τα έσοδα από τις πωλήσεις των βιβλίων θα δωθούν στο Άλμα Ζωής για την αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστου.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ για τούτο το ταξίδι που μόλις ξεκινά... για μιαν ακόμα Ιθάκη μας !

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2018

Η ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΙΣ ΥΑΙΝΕΣ


Ήταν κάποτε ένα κορίτσι γελαστό, απροβλημάτιστο, έξω καρδιά. Νόμιζε πως όλος ο κόσμος ήταν καλός και ειλικρινής σαν και κείνο και είχε χρώμα ροζ. Κι όσο κι αν προσπαθούσε αλλιώς να τον δει πάντα ροζ τον έβλεπε. Ροζ ο κόσμος όλος και όλοι οι άνθρωποι καλοί κι ευγενικοί και φίλοι της. Με αυτούς τους ανθρώπους, με αυτούς τους φίλους λοιπόν περνούσε το χρόνο της, έβγαινε τα βράδια και διασκέδαζε, χόρευε και γελούσε. Ώσπου μια νύχτα είδε τα πρόσωπα πίσω από τις μάσκες. Είδε τα σφιγμένα δόντια πίσω από τα χαμόγελα. Είδε τα παγωμένα μάτια, τα άψυχα κόρμιά. Όχι, δεν μπορoύσε να ήταν αλήθεια. Ήταν δυνατόν; Ναι, ήταν.  

Αυτοί δεν ήταν άνθρωποι. Ήταν ύαινες.  Είδε τα άσχημα σαγόνια τους κι άκουσε το φριχτό ουρλιαχτό τους. Μύρισε τη βρωμερή ανάσα τους. Ήταν πολλά τα αγρίμια και ήταν μόνη της.  Ήταν αδύνατον να νικήσει, να ξεφύγει, να σωθεί, την είχαν κυκλώσει. Μπορούσε μόνο να περιμένει να τελειώσουν το άρρωστο φαγοπότι τους. Ήξερε πως δεν ήταν εύκολο  κι ούτε θα τελείωνε γρήγορα.

Όλος ο κόσμος άλλαξε εκείνη τη νύχτα. Τα χρώματα άλλαξαν, οι διαστάσεις τους σύμπαντος άλλαξαν. Το παρόν με το παρελθόν μπλέχτηκαν. Το τώρα και το ποτέ έγιναν ένα. Η απόγνωση και η ελπίδα μπερδεύτηκαν. Απόγνωση γιατί η αυγή ήταν ακόμα μακριά, ελπίδα γιατί κάποτε θα ξημέρωνε. Μια σκέψη χαράχτηκε στο μυαλό της. Τι κι αν σου πάρουν το κορμί, η σάρκα είναι φθαρτή. Την ψυχή σου δε μπορεί να την αγγίξει κανείς. Κανένα χέρι δε μπορεί να αγγίξει το άυλο. Η ψυχή σου θα μείνει εκεί μέσα βαθειά κρυμμένη, δε θα σου τη λερώσει κανείς. Γαντζωμένη σε αυτή τη σκέψη, έπαψε να νιώθει, έπαψε να αισθάνεται και κάρφωσε το βλέμμα της στο παράθυρο  περιμένοντας το πρώτο φως της μέρας να φανεί. Κι άργησε τόσο μα τόσο να φανεί.

            Κάποτε ξημέρωσε. Οι ύαινες έβαλαν και πάλι τις χαμογελαστές, καθώς πρέπει μάσκες τους. Τα μάτια τους έγιναν και πάλι ανθρώπινα κι εκείνη μαζεύοντας τα κομμάτια της σερνόμενη γύρισε στο σπίτι, στη δική της φωλιά. Στο δικό της κόσμο, στη δική της ψυχή όμως ήταν ακόμα νύχτα. Το ρολόι είχε σπάσει εκείνο το βράδυ και οι δείκτες γυρνούσαν σαν τρελοί. Βρισκόταν εκτός τόπου και χρόνου με μια παγωμένη ψυχή κι ένα κομματιασμένο κορμί. Η σάρκα της αιμορραγούσε, φλεγόταν μα τα δάκρυά της ούτε να την καθαρίσουν μπορούσαν ούτε να την δροσίσουν.  Μα εκείνη δεν μπορεί να ουρλιάξει μήτε  να μιλήσει. Και ο βουβός πόνος είναι πόνος αγιάτρευτος που στοιχειώνει την πραγματκότητα και τα όνειρα.

Σύρθηκε στη μέσα πλευρά της ντουλάπας της. Ήθελε να κρυφτεί από όλους, να ξεχαστεί και να πεθάνει εκεί, να σταματήσει να νιώθει, να σκέφτεται, να υπάρχει.  Το λεπίδι που κρατούσε στα χέρια της ήταν πολύ κοφτερό. Μια απόφαση ήταν… λίγο κουράγιο ήθελε μόνο και όλα θα τελείωναν. Ο πόνος, η ενοχή, η σιχασιά, η ντροπή. Ναι, η ντροπή.. πόσο μα πόσο πολύ ντρεπόταν.  

Πίεσε δυνατά το λεπίδι πάνω στο χέρι της, πίεσε λίγο ακόμα κι άρχισε να νιώθει τη σάρκα της να ανοίγει κάτω από την πίεση της κοφτερής λάμας. Ένας ακόμη βιασμός του κορμιού της, ο τελευταίος. Λίγο ακόμα ήθελε, μα ξαφνικά σταμάτησε. Ήταν πολύ κουρασμένη. Κουλουριάστηκε σαν αγέννητο μωρό καλά φυλαγμένο μέσα στη θαλπωρή της μήτρας και κοιμήθηκε βαθιά.

Σαν άνοιξε τα μάτια της δεν ήξερε αν είχαν περάσει ώρες ή μέρες. Βγήκε με κόπο μέσα από τη ντουλάπα και σύρθηκε στο κρεβάτι της. Σκεπάστηκε με την αγαπημένη της κουβέρτα. Τα μάτια της εξακολουθούσαν να είναι υγρά μα η ζωή σπίθιζε ακόμα μέσα τους. Τράβηξε ένα κομμάτι χαρτί από το κομοδίνο δίπλα της και έπιασε το μολύβι με τα πονεμένα της δάχτυλα. Έκανε να το σφίξει μα οι κινήσεις της γίνονταν με δυσκολία.

Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσυρε το μολύβι της απάνω στο χαρτί. «‘Ήταν κάποτε Ήταν κάποτε ένα κορίτσι γελαστό, απροβλημάτιστο, έξω καρδιά. Νόμιζε πως όλος ο κόσμος ήταν καλός και ειλικρινής σαν και κείνο και είχε χρώμα ροζ…»

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου



Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

ΨΥΧΗ

Related image


ΨΥΧΗ

Γεννήθηκα  στην απαρχή του χρόνου
και κατοικώ στον πρώτο χτύπο της καρδιάς.
Καθ’ αυγή ενδύομαι όλους τους τόνους του ροδί
και φτερουγίζω στη μαρτυρία κάθε χαμόγελου,
που υπογράφουν τα χείλη.

Τη νύχτα ταξιδεύω στα όνειρα
και ξεδιψώ στην παρηγοριά τους.
Σε καιρούς χαλεπούς, σε μέρη ανήλια και υγρά
με πείσμα και ελπίδα θωρακίζομαι
και τ’ άδικο, ως πρέπει, πολεμώ κι ας ηττάμαι.

Ανάρια κι αόρατη διακρίνω το αύριο
πριν καν γεννηθεί.
Αγέραστη και απέθαντη, πέρα απ’ την ύλη
κάθε φορά, σε άλλο ναό ξεκουράζομαι.
Στο τέλος του δρόμου την πύλη περνώ
φορώντας  μια χιτώνη λευκή
και στο άρμα του ήλιου οδεύω
σμίγοντας με το φως μια ακόμα φορά
ως το επόμενο ταξίδι.

Ψυχή με φωνάζουν κι ας μη με είδαν ποτέ !

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
17/5/18

(Photography by Brooke Shaden)

Το παραπάνω ποίημα είναι η ταπεινή μου συμμετοχή, εκτός διαγωνισμού στο 20ο συμπόσιο ποίησης που διοργανώνει η φίλη μας Αριστέα στο μπλογκ της  η ζωή είναι ωραία... 
Εύχομαι καλή διασκέδαση και καλή επιτυχία σε όλους τους φίλους συμμετέχοντες. 

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Στις γειτονιές του κόσμου

Με μια ρακένδυτη ψυχή γυρνώ
στις γειτονιές του κόσμου.
Λασπωμένες οι στράτες και η βροχή,
κρυφή ευχή παράπονο, να ξεπλύνει τη ρότα μου.

Μια πασχαλιά ανθίζει στην άκρη του δρόμου
κια μια μυγδαλιά κρυφοφιλά τον άνεμο και γυμνώνεται
από της πρώιμης άνοιξης τη μαρτυρία. 

Στο γάργαρο γέλιο ενός παιδιού σκοντάφτω και σαστίζω.
Τούτες οι νότες της χαράς με συντροφεύουν 
σ' έναν της άνοιξης χορό... και όλα αλλάζουν.

Κλέβω ένα κομμάτι ξάστερο ουρανό 
και δυο μενεξεδένια φιλιά από της δύσης τις στιγμές
και μαζεύω όλα τα χαρισμένα λόγια της καρδιάς 
που ποτέ δε σεβάστηκες.

Μια μάσκα η απάντηση στο όνειδος,
φταγμένη από χέρι που δεν φοβήθηκε την αλήθεια να φωνάξει
κι ας μάτωσε  η φωνή να χτυπά πάνω σε ανάλγητες πλάτες. 

Μια κόκκινη κορδέλα στολίζει τα μάτια
να μην ξεχάσουμε ποτέ πόσο πολύ πληγώσαμε την ελπίδα. 
Μια κόκκινη γραμμή να μας θυμίζει πάντα 
πόσα απ' την αγάπη ξεπούλήσαμε. 

Σπάστε τις μάσκες !
Είν' τόσο όμορφο να σε γλυκοφιλά τ' αγέρι !


Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
18/2/18

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Η φώτο ανήκει στη γράφουσα. Μάσκα φτιαγμένη από πηλό, στολισμένη με ντεκουπάζ μπροστά και πίσω ντυμένη με τσόχα.