Κάθε που κουράζεται η ψυχή από τα τόσα της ζωής ταξίδια, αρχίζει η ποίηση κι αναβλύζει απ' τα εσώτερά μας και οι στίχοι πλέκουν ένα δίχτυ ασφαλείας να μας σώσει από το βάραθρο του χάους κάθε που πηδάμε στο κενό...

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Απρόσμενη άνοιξη ~ Τζούλια Πουλημενάκου



"Η ΣΤΑΓΟΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ"

Ντύθηκε με το φόρεμα του ήλιου
και την αχλή της θάλασσας.
Βάφτηκε με το χρώμα της καταιγίδας
και το διάφανο της σιωπής.
Βαφτίστηκε στον ωκεανό της μνήμης
με το όνομα «Ελπίδα».
Αυτή η μικρή σταγόνα του απείρου,
γέννησε τη βροχή
και άλλαξε τον κόσμο!

Τζούλια Πουλημενάκου

Από την ποιητική συλλογή "Απρόσμενη ΄Ανοιξη" 
Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Τζο Πάτση
Αθήνα 2016



ΑΡΧΗ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

Ένα φως ροδίζει την άγραφη μνήμη,
ένα κύμα καθάριο γεμίζει τον ουρανό,
μέσα στην υγρή σαγήνη της θαλάσσας
φωλιάζει ασάλευτο το πουλί του ανέμου.

Δε μιλάμε. Όμως, ακούμε
τους ήχους της σιωπής σε κάθε βλέμμα.
Δε μιλάμε. Όμως, ακούμε
τις λέξεις που αστράφτουν στον ήλιο.

Αφετηρία το βλέμμα.
Αρχή χωρίς τέλος.

Απλά, χαμογελάμε ο ένας στον άλλον.

Τζούλια Πουλημενάκου

Από την ποιητική της συλλογή"Απρόσμενη Άνοιξη"
Κέντρο Ευρωπαϊκών ΕκδόσεωνΧάρη Τζο Πάτση
Aθήνα 2016





ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ «ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ» ΤΗΣ

ΤΖΟΥΛΙΑΣ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΥ

Η ποίηση της Τζούλιας Πουλημενάκου εκτός από τον άρτιο χειρισμό της γλώσσας, η οποία εμπεριέχει τα απαραίτητα αισθητικά και νοηματικά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν μια γνήσια ποιητική γραφή, χαρακτηρίζεται και από βαθιά ευαισθησία, λυρισμό αλλά και προβληματισμό. Ο αναγνώστης που θα συνταξιδέψει με την ποιήτρια στο ποιητικό πέλαγος του πολύχρωμου ουρανού της ψυχής της, θα αισθανθεί να γίνεται ένα με τον άνεμο, τη βροχή και το φως, σ’ ένα φανταστικό, αλλά ταυτόχρονα τόσο αληθινό κόσμο! Η ποιήτρια γεννήθηκε με την ευαισθησία της ψυχής και την ικανότητα πρόσληψης των μηνυμάτων, τόσο των εξωτερικών όσο των εσώτερων που απαιτεί η ποίηση. Η θεία βούληση τής έδωσε απλόχερα την ευαισθησία, την ικανότητα ενσυναίσθησης και το ταλέντο της υπερβατικής σκέψης. Με αυτά τα εφόδια η ποιήτρια εμβαθύνει στα γεγονότα αλλά και στα νοητικά μονοπάτια, με τρόπο ιδιαίτερα αναλυτικό και υπερβατικό. Η ψυχική της ευαισθησία και τα συναισθήματα είναι η αφετηρία της ποίησής της, όμως δε μένει στο προφανές. Επιχειρεί να ξεφύγει από τα στενά όρια του ορατού και αναζητά, με μια υπερβατική προσέγγιση, απαντήσεις εκεί που μόνο οι γνήσιες ποιητικές φύσεις μπορούν να προσεγγίσουν.
Η «Απρόσμενη ΄Ανοιξη» για τους γνωρίζοντες δεν είναι καθόλου απρόσμενη. Είμαι σε θέση να γνωρίζω την εξελικτική πορεία της ποιήτριας, τα τελευταία χρόνια που αυτή αποτελεί μέλος της «Πανελλήνιας ΄Ενωσης Λογοτεχνών» και θεωρώ απολύτως φυσική την υλοποίηση της δυναμικής της μέσα από αυτή τη νέα της ποιητική συλλογή. Η «Απρόσμενη ΄Ανοιξη» εμπεριέχει εκτός από το φυσικό ταλέντο της ποιήτριας, την ανιούσα πορεία της μέσα από συστηματική μελέτη στην τεχνική, στην αισθητική, αλλά προπάντων στη διανοητική ανάλυση και σύνθεση των θεμάτων της. Η πρωτότυπη σύλληψη της ποιήτριας, κατ’ αρχάς να παρουσιάσει τα ποιήματά της ως παιδιά τής πλέον δημιουργικής και ταυτόχρονα αισθαντικής εποχής του έτους, όπως είναι η ΄Ανοιξη, δίνει εξ’ αρχής μια ιδιαίτερη υφή στο έργο. Μας οδηγεί τόσο αισθητικά όσο και διανοητικά σε έναν ιδιαίτερο ποιητικό κόσμο και μας προϊδεάζει για μια σημαντική ποιητική προσέγγιση, το επίπεδο της οποίας κατορθώνει να το υποστηρίζει σε ζηλευτό βαθμό.

Το πρώτο τμήμα της συλλογής παίρνει το όνομά του από τον πρώτο μήνα της ΄Ανοιξης. Ο Μάρτης, λοιπόν, ο μήνας που ακροβατεί το φως, ανάμεσα στο γκρίζο του χειμώνα που απέρχεται και της νέας ζωής που αχνογελάει στο βάθος του ορίζοντα, είναι κατάλληλος για να μας αφηγηθεί τους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις, τόσο τους ατομικούς όσο και τους κοινωνικούς της ποιήτριας. Τα ποιήματα αυτού του πρώτου μέρους εμπεριέχουν φιλοσοφικά στοιχεία, χωρίς ωστόσο αυτό το γεγονός να αφαιρεί κάτι από την ιδιαίτερη ευαισθησία στη διάφανη γραφή της, με την οποία κατορθώνει να αιχμαλωτίζει ταυτόχρονα, τόσο την αισθητική όσο και την πνευματική λειτουργία του αναγνώστη-ακροατή. Χαρακτηριστική απόδειξη αυτού του στοιχείου συναντάμε ευθύς αμέσως στο πρώτο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «Ο ήχος της ειρήνης». Μας λέει η ποιήτρια, μεταξύ των άλλων :“Πεθύμησα ν’ ακούσω τον ήχο της ειρήνης/ εκείνη την υπερκόσμια έλλειψη ήχου” και πιο κάτω: “Πεθύμησα ν’ ακούσω τη χαρά/ ανάμεσα στα χαλάσματα/ τα γέλια των μικρών παιδιών και τα χαμόγελα των λουλουδιών στον ήλιο.../Πεθύμησα την άηχη φωνή της ειρήνης/ ανάμεσα στο μηδέν και το Παν” . Εδώ, είναι εμφανής η ικανότητα της ποιήτριας να μετουσιώνει το μικρό σε μέγιστο και το απλό καθημερινό στοιχείο σε κύτταρο μιας υπερβατικής διανοητικής δημιουργίας. Στοιχεία που δεν απαντώνται παρά μόνο στους λίγους ταλαντούχους, αλλά και άοκνους ως προς την πνευματική τους βελτίωση, εργάτες του ποιητικού λόγου.
Κι έρχεται ο ξανθός Απρίλης να μας υποδεχτεί στο δεύτερο μέρος του βιβλίου με το νεανικό ξέγνοιαστο γέλιο του και να μας μπολιάσει με το φως που πλέον κυριαρχεί στην Άνοιξη, όχι μόνο της φύσης, αλλά και της απρόσμενης της Τζούλιας Πουλημενάκου. Ήδη, από τους πρώτους στίχους του ποιήματος «Φεγγάρι μου», εισπράττει ο αναγνώστης τη δροσιά και τη ρωμαλέα υφή των στίχων: “Φεγγάρι μου, ίππευσε τ’ άτια τ’ ουρανού κι έλα να μ’ ανταμώσεις στην άκρη του ονείρου!/Με νότες ασημιές τραγούδησε και χόρεψε ανατολής χορό στην αγκαλιά του κόσμου!” . Στίχοι έμπλεοι λυρισμό, αλλά ταυτόχρονα και μιας απαιτητικής πνευματικής αναζήτησης. Λογοτεχνικά σχήματα συμπυκνωμένα και προ πάντων απαραίτητα. ΄Ολα είναι ταιριασμένα αρμονικά για να εισδύσει ο λόγος στην ψυχή και στο πνεύμα του αναγνώστη.
Ο Μάης, δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από την ιδιαίτερη ανάλαφρη αλλά και ταυτόχρονα τραγική μορφή του λόγου και ιδιαίτερα εκείνου που καταπιάνεται με τον έρωτα. Ο έρωτας λοιπόν όχι μόνον εκείνον τον κατά τον Πλάτωνα «Πάνδημον», αλλά και τον «Ουράνιον», όχι μόνον εκείνον των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και αυτόν που ως δημιουργός δύναμη κινεί το σύμπαν. Στο ποίημα «Αρχή χωρίς τέλος», ο αναγνώστης νομίζει ότι πράγματι θα ακούσει τους ήχους της σιωπής και επίσης τις λέξεις που αστράφτουν στον ήλιο, καθώς διαβάζει :“Δε μιλάμε. Όμως ακούμε τους ήχους της σιωπής σε κάθε βλέμμα./Δε μιλάμε. Όμως ακούμε τις λέξεις που αστράφτουν στον ήλιο” .
Η «Απρόσμενη ΄Ανοιξη» είναι μια απτή απόδειξη πως η τέχνη και ειδικότερα εκείνη της Ποίησης, είναι δυνατόν να τέρπει και ταυτόχρονα να προβληματίζει και να μετουσιώνει το μικρό σε μεγάλο και την τρυφερότητα της ψυχής ενός γνήσιου ποιητικού πνεύματος σε νοηματικό και υπαρξιακό Φως! Η Τζούλια Πουλημενάκου έχει ήδη αρχίσει να διαγράφει μια σταθερή ανιούσα πορεία στον ιδιαίτερα απαιτητικό κόσμο της ποίησης. Είμαι βέβαιος, ότι θα μας χαρίσει και στο μέλλον, με την ευαίσθητη και δημιουργική γραφή της και άλλα όμορφα πνευματικά της παιδιά.

ΝΙΚΟΣ ΤΑΒΟΥΛΑΡΗΣ - Ποιητής-Πεζογράφος-Δοκιμιογράφος
τ.Πρόεδρος της Πανελλήνιας ΄Ενωσης Λογοτεχνών
24/8/2016




Κριτικό σημείωμα για την Απρόσμενη Άνοιξη 

"Μια απρόσμενη άνοιξη που σκορπίζει φως.
Ένα συναίσθημα λυτρωτικό σαν έρωτας, πλημμυρίζει με ανάσες τον φόβο, να τον διαλύσει. Ένα κύτταρο ζωής στον αιώνα του κόσμου, η άνοιξη της χαράς μα και της αγωνίας. Ανθάκια που σκορπίζουν μαγεία και σπαράγματα.
Αισιοδοξία σαν ήλιος που χρυσίζει άγραφες μνήμες, σκέψεις που βυθίζονται στο ύψος τ' ουρανού για ν' αναδυθούν του λογισμού οι θύμισες. Μονοπάτια της μνήμης που σιγοτραγουδούν ήχους καθάριους, για να θυμίσουν την γλύκα της ζωής. Λέξεις ποτάμια που γυρίζουν σελίδα σε νύχτες άναστρες, που κραυγάζουν τεχνάσματα του μυαλού.
Στροβιλισμοί ερωτημάτων που μένουν αναπάντητα, όπως και το νόημα της ζωής: αντιπαλεύεται η αδικία; πώς γεφυρώνονται τα χάσματα κίβδηλων οριζόντων; Αγωνία για νίκες που μοιάζουν πρόσκαιρες, φάντασμα μοιάζει κι η ελευθερία, καταφύγιο χωρίς υπόσταση. Ταξίδι θρηνητικό σε αδιέξοδες διαδρομές σκορπισμένων ονείρων, διαλυμένων συναισθημάτων, ξοδεμένων χαμόγελων.
Και μια λύτρωση, να έρχεται με ρυθμό νοσταλγικό, σπάζοντας τις σιωπές της λύπης. Στόφα ποιητική που ξέρει πως να κλέψει τις εικόνες απ' τα ουσιαστικά για να τις ακουμπήσει μόνο σε ρήματα. Θωπευτικές ελπίδες από θέληση κυρίαρχη, που υπαγορεύει στη ζωή τη νίκη.
Μια ωδή η γραφή της στα μάτια μου, ένας σπαρακτικός μονόλογος στην σκηνή της ψυχής. Και οι λέξεις μου, διαλεγμένες σχεδόν όλες από δικές της σκέψεις.
Μόνο που δεν συμφωνώ μ' ένα δίστιχο, γι' αυτό, ας μου επιτραπεί η μικρή αυθαιρεσία-παράφραση. Μόνο για να ταιριάζει καλύτερα σε ό,τι διάβασα:
"Παράσταση θεάτρου είναι η ποίησή της
στο τέλος δυνατό έρχεται το χειροκρότημα........"

Τζίνα Ψάρρη - Εκπαιδευτικός-Συγγραφέας
6/10/2016



Βουβή παρουσία


Βροχή οι λέξεις σου 
χτυπάνε 
στα παράθυρα του μυαλού, 
με εξουσιάζουν.. 

Βουβή παρουσία εγώ, 
μπροστά στα μάτια σου 
παραλύω... 

Ανεξέλεγκτο
κυλάει 
ένα 

δ
ά 
κ 
ρ 
υ. 

"ΑΘΩΕΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΕΣ" 





ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Η Τζούλια Πουλημενάκου, κατάγεται από Γύθειο Λακωνίας. Είναι ποιητρία και λογοτέχνης. Ποίηματά της έχουν βραβευτεί σε πολλούς διαγωνισμούς σοβαρών πνευματικών φορέων και έχει διετελέσει μέλος σε κριτικές επιτροπές πολλών λογοτεχνικών διαγωνισμών. Είναι μελος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και από το 2015 ανήκει στο διοικητικό συμβούλιο της ΠΕΛ και κατέχει τη θέση του ταμία της Ένωσης. Έχει εκδόσει δύο ποιητικές συλλογές, τις Αθώες Αντιλήψεις, 2014 και την Aπρόσμενη Άνοιξη, Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Τζο Πάτση Aθήνα 2016.



Ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου την αγαπημένη μου φίλη και συνοδοιπόρο 
Τζούλια Πουλημενάκου για το υλικό που μου παραχώρησε 
για να έχω την τιμή να παρουσιάσω το έργο της.

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
13/12/16


Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Νίκος Δημογκότσης ~ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ Ο ΕΡΩΤΑΣ



ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Μάνα ! ο βασιλικός στον πόρτα μου
πήρε και ευωδιάζει
και η βιγόνια στην αυλή
τα χρώματα αλλάζει .
Μα ΄γω αυτό που καρτερώ
με λούλουδο δεν μοιάζει ,
η πεθυμιά του Έρωτα
μόνον φωτιές διαβάζει .

Μανούλα μου ο Έρωτας
πουκάμισο δεν έχει ,
πάνω στα κάστρα του γυμνός
με μία δάδα τρέχει .
Φωτιές ανάβει στις καρδιές
στα πόδια και στα χέρια
και σαν σμιχτούν οι αγκαλιές
ανάβει και τ΄ αστέρια .

Μάνα ! η θάλασσα γαλήνεψε
και οι ψαράδες πάνε
και τα δελφίνια απ΄τα βαθιά
βγαίνουν και τραγουδάνε .
Μα ΄γω αυτό που καρτερώ
με θάλασσα δεν μοιάζει ,
ειν΄ η αγάπη ασύνορη
κι άλλους Θεούς διατάζει .

Νίκος Δημογκότσης



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

O Nίκος Δημογκότσης γεννήθηκε το 1956 στην Κυπαρισσία . Τέλειωσε το 6τάξιο Γυμνάσιο κι έφυγε για Αθήνα εως και το 2015, οπότε και επέστρεψε στη γενέτειρά του. Το έργο του αποτελείται από τις ποιητικές συλλογές ...
1. Άγουρα σταφύλια (2006 Εκδ. οίκος Υδρόγειος, Θεσσαλονίκη )
2. Ακίνητο φως (2012 Εκδ. οίκος Αντώνης Σταμούλης, Θεσσαλονίκη )
3. Ανεμολόγιο ( 2015, Εκδόσεις Γρηγόρης, Αθήνα)
4. Κόκκινη Σταγόνα ( ανέκδοτη συλλογή) &
5. Σταλακτίτες Ονείρων (ανέκδοτη συλλογή)

Πολλά από τα ποιήματα του έχουν μελοποιηθεί.
Ο ποιητής βαθιά συναισθηματικός και φιλοσοφημένος ως άνθρωπος αποτυπώνει στην ποίησή του με λυρισμό και αισθησιασμό την αγάπη, τον έρωτα, τη δύναμη της ζωής και την ανάγκη της συνέχειας. Η ποίησή του χρωματισμένη σε όλους τους τόνους της αισιοδοξίας, δίνει δύναμη στον αναγνώστη προσφέροντάς του ταξίδια σε ζηλευτά μονοπάτια της ψυχής και του νου. Μέσα από τους στίχους του, παρηγορεί, προσδοκά, νουθετεί και υποδεικνύει το καλό καγαθό των στιγμών, τη μαγεία των συναισθημάτων, της ψυχικής και συναισθηματικής ολοκλήρωσης. Θνητά και αθάνατα στοιχεία, Θεοί και άνθρωποι, νεράιδες και Μούσες αναπαύονται στους στίχους του και ταξιδεύουν στους όμορφους λογισμούς του που τόσο γενναιόδωρα μοιράζεται μαζί μας. 






Ευχαριστώ από καρδιάς τον αγαπημένο φίλο και ποιητή Νίκο Δημογκότση 
για την παραχώρηση του φωτογραφικού και ποιητικού υλικού,
αλλά και για τις όμορφες στιγμές ποίησης που είχα την τιμή να μοιραστούμε
στο Λογισμών Αραξοβόλι. 

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
8/12/16

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Κώστας Βασιλάκος ~ Έλα μαζί μου






Έλα μαζί μου

Σε συνάντησα να περπατάς
στους αρμούς της παραίτησης,
αγκαλιά με απολιθωμένες 
στιγμές ευτυχίας.

- Έλα μαζί μου , σου είπα ,
είναι κι άλλοι πολλοί,
ένα δέντρο όλη η γη ,
να δροσίσει τον λίβα των ημερών.

- Δεν θέλω 
να μου κλαδέψουν την αναπνοή ,
το δικό τους άλλοθι να γίνω,
αποκρίθηκες.

- Έλα μαζί μου ,
τα ξερά κλαδιά δεν έχουν
παρά μόνο τη φωτιά τους ,
Γι΄ αυτό κι εγώ ακόμα ελπίζω.

- Έλα μαζί μου.

" Λόγια δραπέτες "

Κώστας Βασιλάκος / Άνεμος Εκδοτική.
Φωτο : Beth Moon




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Κώστας Βασιλάκος γεννήθηκε στο Πολυδένδρι Αττικής , όπου ζει μέχρι σήμερα . Σπούδασε οικονομικές επιστήμες και διοίκηση επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Έκανε σπουδές στην ψυχολογία των ομάδων και στη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού . Εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα για περισσότερα από τριάντα χρόνια ως διευθυντής οικονομικών και διοικητικών υπηρεσιών. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών ( ΠΕΛ) Έργα που έχουν εκδοθεί: Σκέψεις θραύσματα ( Άνεμος Εκδοτική , 2012), ποίηση. Περι-Διαβαίνοντας( Εκδόσεις Αγγελάκη ,2013),διηγήματα. Λόγια 
δραπέτες ( Άνεμος Εκδοτική , 2015) , ποίηση 



Ευχαριστώ από καρδιάς τον ποιητή και φίλο, Κώστα Βασιλάκο, 
για την παραχώρηση του φωτογραφικού και ποιητικού υλικού
καθώς και για την τιμή της φιλοξενίας στο Λογισμών Αραξοβόλι. 

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
7/12/16







Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Το Λογισμών αραξοβόλι έγινε ενός χρόνου


Όταν πάτησα το κουμπί "δημιουργία ιστολογίου" δεν είχα σκεφτεί ποτέ, 
ότι ξεκλείδωνα την πόρτα για να μπω σε ένα καινούριο σπιτικό, 
έναν χώρο που θα υποδεχόταν τους λογισμούς μου.
Πολύ δε περισσότερο, δεν πίστευα ποτέ
ότι θα γνώριζα ανθρώπους που σιγά σιγά θα γίνονταν
αγαπημένοι και πολύτιμοι συνοδοιπόροι.

Ένας χρόνος πέρασε και το "Λογισμών αραξοβόλι" μεγάλωσε,
άνοιξε τα φτερά του και πέταξε
και πετώντας συνάντησε ...

όμορφους ανθρώπους, καθημερινούς, που δημιουργούν, αγαπούν και μοιράζονται,
άνθρωποι με χνάρια που μοιάζουν με τα δικά μου
και πλουτίζουν το μονοπάτι μου στη γη ...

Ένας χρόνος - 116 αναρτήσεις

ποίησης, παραμυθιών, βραβεύσεων, δρώμενων, φιλοξενίας, κριτικής 

Ένας χρόνος γεμάτος με ψήγματα ψυχής
και σκαριφισμούς αγάπης !

Σας ευχαριστώ για όσα μέχρι σήμερα μοιραστήκαμε,
για τα κοινά ταξίδια και την μοναδικότητα της αλληλεπίδρασης !

Το "Λογισμών αραξοβόλι" ενός χρόνου πια 

λύνει κάβους και σας προσκαλεί 

σε ένα αέναο ταξίδι λογισμών.... όπου η πένα μας πάει !

Σας ευχαριστώ όλους !


Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου 
6/12/16


Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Ωκεανέ μου


Ωκεανέ μου, 
μυρωμένη αλμύρα μου, 
σαν τον καιρό ανταμώνω να σου χαράζει το πρόσωπο,
πόσα ακόμα ναυάγια να ευχηθώ να ζήσω
κάθε που η ψυχή μου κάβους λύνει. 

Σαν μετρώ τα κύματα στο βλέμμα σου, 
τις νύχτες ερωτεύομαι τις θύελλες 
και η εικόνα σου φέγγει σαν φάρος 
στης σιωπής τη λησμονιά. 

Δάκρυ μου άγιο, 
κάποτε ζούσα για να φτερουγίζω σιμά στο φως 
που σκόρπιζε ο λύχνος. 

Μα τα φτερά μου κάηκαν 
κι η στάχτη τους σκορπίστηκε στα πέλαγα 
που κλείνεις στα δυο χέρια σου. 

Και μιαν αυγή, 
θάλασσα γίνηκα για χάρη σου εγώ, 
να μ' αρμενίζεις στ' άπειρο. 

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου 

Επαινος ποίησης, 15ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός ΕΤΕΠ Κερατσινιου 2015

Ο πίνακας Ωκεανέ μου, που συνοδεύει το ποίημα είναι έργο της φίλης μου και εξαίρετης ζωγράφου Φωτεινής Παππά, η οποία τον δημιούργησε εμπνευσμένη από το ποίημα. 
΄Άλλα έργα της ζωγράφου, η οποία έχει κοσμήσει τα εξώφυλλα πολλών ποιητικών συλλογών,
 μπορείτε να δείτε στον προσωπικό της  λογαριασμό στο Facebook.


 Το παρόν ποίημα φιλοξενήθηκε επίσης στο Τεύχος 24-25 του περιοδικού
ΠΝΟΕΣ ΛΟΓΟΥ & ΤΕΧΝΗΣ 
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2016



Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Πρώιμος Μάης



Μυριάδες καιρούς διαφεντεύεις
στης ψυχής σου το σκοτάδι.
Στιγμές αμέτρητες πολεμάς 
τ' άηχο της σιωπής και ηττάσαι.
Χωλαίνει ο Γκιόνης στο πέταγμα,
λαθεύει τ' αηδόνι στις νότες
και η βροχή ασίγαστη, ξεπλένει τη γύρη
μη λάχει και καρπίσει η ζωή.
Θολερά μονοπάτια με χνάρια αβέβαια,
λάθρες περπατησιές σε προορισμούς αχαρτογράφητους
κι η άνοιξη θνήσκει, αιώνες τρεις τώρα.

- Θυμάσαι μονάκριβέ μου;

Στο δειλινό ενός Απρίλη
γεννήθηκε η ανάσταση,
μα ήταν ο Μάης πρώιμος
και η ελπίδα έσβησε
μέσα στα σπάργανά της.
Δακρύζουν τα μάτια
στ' αντίκρισμα μιας παπαρούνας,
μήπως και καταφέρουν
να ξεδιψάσουν τα ριζά της.
Μήπως και τους ανέμους σιγάσω
ίσαμε να 'ρθεις να τη δεις.
Για σένα έχει ανθίσει.

7/11/16
Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου

(Ο πίνακας Πρώιμος Μάης είναι έργο της γράφουσας)
ακριλικά σε καμβά

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Σώπασε ...




Σώπασε...
και σταμάτα να μετράς τις ανάσες μου,
να μετράς τα βήματα μου.

Τα χνάρια μου στο χώμα, σε μένα είναι υπόλογα.

Ανυπόταχτη η δική μου ψυχή
κι η τρελή μου καρδιά χορεύει κάθε νύχτα
πάνω από τις φωτιές του Άη Γιάννη.

Προτιμώ τα μονοπάτια
γιατί μου αρέσει με ξερόχορτα να στολίζω
τον ποδόγυρο απ'  το φουστάνι μου, 
που σκίζεται καθώς προχωρώ στη ζωή.

Μα στο τέλος σαν φτάσω,
γυμνή θα σταθώ μπροστά στις αλήθειες μου
γιατί θα με ντύνουν οι θύμησες.

Μη μιλάς, σου λέω.
Σώπασε.
Την ψυχή μου θέλω ν'  ακούσω να σιγοσφυρίζει.

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
19/11/16


Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Σκαριφισμός του παρόντος





Στα χνάρια του σήμερα κιοτεύει η χαρά 

και η ζωή ενδεδυμένη την ανέχεια 

αλυχτά στης θλίψης το σύθαμπο.

Στου ορίζοντα την άκρη 

στέκει το μέλλον απροσπέλαστο

στολισμένο με τ’ αγκάθινο της απώλειας στεφάνι. 

Βήματα αργόσυρτα, βαριά ...

σε στέρφα γη πώς να φυτρώσ’ η ελπίδα 

σαν τ’αύριο ψυχορρραγεί στα παρασκήνια.

Σε θολερά μονοπάτια χάνεται τ’όνειρο 

κι αντριεύει ο μισεμός.

Πύρινο το δάκρυ τ’αποχωρισμού, 

σε μαντήλι λευκό σφουγγίζει η μάνα τ’αντίο.

Θάλασσες σκοτεινές, γιομάτες θάνατο. 

Στης Σκύλας τα στενά προσκρούει η διαφυγή, 

στης Χάρυβδης τ’απόνερα ναυαγεί η ειρήνη. 

Σ’ ορφανά ακρογιάλια άγγελοι νιογέννητοι

ανοίγουν τα φτερά τους, της ζωής εξόριστοι.

Στα χείλη ξεψυχά το χαμόγελο, στο στόμα πικρό το φιλί 

κι αντί για φίλεμα, γλυκό τριαντάφυλλο, 

οδύνη σε κεράσανε λαέ μου. 

Φτωχή μου γενιά, τον εαυτό σου πού απώλεσες ; 

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου 

Β' Βραβείο ποίησης στον 16 Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό με θέμμα
ΣΤΑ ΣΤΕΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΧΕΙΑΣ 




Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Ως εσφαλμένο ποίημα



Παρατηρώ τον τρόπο που μαρτυράς τα φωνήεντα.
Τις λέξεις, που στη δύναμη της πένας σου
υποτάσσονται, σμίγουν κι αναγεννώνται.

Το γέλιο σου, ένα τρελό μαϊστράλι,
κλέβει μια θυμαρίσια ανασαιμιά
που ‘κρυψα στα μαλλιά μου
και σιάχνει εύηχα μονοπάτια
που μ’ οδηγούν τις αφέγγαρες νύχτες.

Στο συναπάντημα των στίχων σου
παίρνω μετάξια απ’ των προνύμφων τη φορεσιά
και σου κεντώ την αύριο λάθρα από τις μοίρες.

Tabula rasa η ψυχή μου
κι εσύ με μελάνι και χρώματα
περιγράφεις τα βήματά σου.

Κι αν λαθέψεις στα ίσαλα
κι αν σε προδώσουν οι λέξεις
θα μάθω να ζω ως εσφαλμένο ποίημα,
μαρτυρία  ανείπωτη, 
σε πορεία μονής διαγράμμισης.

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου

24/10/16

Ένα διψασμένο γιατί


Ξημέρωσα ένα διψασμένο γιατί 
σε μια χαραγή του Νοέμβρη. 
Ήταν ο καιρός της άμπωτης
κι εγώ προσάραξα σ' έν' ακρογιάλι άγνωρο'
βιολί σπασμένο, άχορδο
με μια σιγησμένη φωνή
και δυο δακρυσμένα μάτια.
Στων ονείρων το ξάγναντο
απόκαμα να σε ψάχνω. 
Στην εσχατιά της γης 
εξαργύρωσα τις ελπίδες μου 
που ποτέ δεν γίνηκαν αλήθεια.
Τώρα πια βάζω τις λέξεις στη σειρά 
και παλεύω να σε στοιχειώσω σ' ένα ποίημα.

- Δος μου ένα χαμόγελο, μου λες
κι εγώ απορώ που λάθεψες και δεν είδες
πόσα γεννιούνται στα χείλη μου 
κάθε που τα μάτια σου χαϊδεύουν τη γραφή μου.

21/10/16

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Ραγισμένο κοχύλι


Ραγισμένο κοχύλι

Σώπα μην κλαις, 
ραγισμένο κοχύλι μου.
Σε κάθε σου δάκρυ αδειάζει πιότερο
ο ωκεανός που κρύβεις μέσα σου.

Σώπα μην κλαίς.
Τη χαραγή της όψης σου με φιλιά θα σκεπάσω.
Έμεινε ακόμα λίγο γάλα σε στήθη από καιρό ξεχασμένα
να πιεις να λησμονήσεις.

Σώπα μην κλαις.
Με μιας αράχνης τον ιστό θα σου σιάξω ένα σεντόνι, 
λευκό και αέρινο σαν τα νέφη τ’ ουρανού
για ν’ αφουγκράζεσαι τους ανέμους σαν θα περνούν σιμά σου.

Σώπα μην κλαις.
Άσε το δάκρυ δικό μου να ΄ναι. 
Εσύ ν’ ανασταίνεσαι στου ήλιου το γέλιο, 
αυτό που ανατέλλει μέσα μου κάθε που δένεις 
στο μόλο της δικής μου προσμονής, 
στου ονείρου τ’ανεκπλήρωτο.

Γ' Βραβείο ποίησης, Βαυρώνια 2016

Ευχαριστώ από καρδιάς την κριτική επιτροπή του 6ου ποιητικού διαγωνισμού, Βραυρώνια 2016, που στάθηκαν στα λόγια μου και τα τίμησαν με το Γ' βραβείο. Εξαιρετικά συγκινητικές στιγμές η ανάλυση του ποιήματος από τον πρόεδρο της επιτροπής, κύριο Αριστοτέλη Παπανικολάου και η απαγγελία του από την κυρία Θεοδώρα Κουφοπούλου. 

Την απονομή τίμησε και ο πρόεδρος της ΠΕΛ, κύριος Αναστάσιος Λέρτας.

Τα μεγαλύτερα βραβεία είναι η χαρά και η αγάπη των φίλων 
και το ωραιότερο ταξίδι είναι το αυτό που μοιράζεται !







Ταπεινά σας ευχαριστώ όλους που στέκεστε και στο δικό μου σκαρί 
και ταξιδεύουμε αντάμα στης ψυχής μας τ' ανοιχτά !

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΗ ... !



Tικ, τακ, τικ, τακ...  Ο ήχος του ρολογιού τρυπούσε τη σιωπή που είχε από ώρα τυλίξει το δωμάτιο. Παρατηρούσε τους τοίχους του δωματίου. Τους ένιωθε να κινούνται προς το μέρος της. Νόμιζε ότι κάποια στιγμή θα έρθουν τόσο κοντά της ώστε θα τη συνθλίψουν. Την ξάφνιασε η ανακούφιση που ένιωσε σ’ αυτή τη σκέψη. Καιρό τώρα μια σκοτεινιά χρωμάτιζε τα βήματά της, σκέπαζε τον ουρανό της μέρας της. Τόσα χρόνια μετά, με μια αγκαλιά γεμάτη παιδιά κι όμως ένα μικρό κομμάτι της καρδιάς της αιμορραγούσε. Κι αυτό το λίγο κόκκινο ήταν ικανό να αλλοιώνει όλα τα χρώματα της ζωής της.

Στο σπίτι είχε επιλέξει τον ρόλο του κακού. Διαβάστε, έλεγε. Προσέχετε στο δρόμο. Μην μιλάτε άσχημα. Μην τρώτε πολλά γλυκά. Μην τσακώνεστε. Μαζέψτε τα παιχνίδια σας. Αν την ρωτούσαν ποια λέξη ξεκινά από Μ- θα έλεγε Μάνα και το συνώνυμο της λέξης Μάνα είναι Μη.  Ένα Μη που κρύβει μέσα του όλη την αγωνία της μάνας για τα παιδιά της. Μην πληγωθούν, μην  αρρωστήσουν, μη σκοντάψουν, μη λοξοδρομήσουν. Ένα Μη όλη της η ύπαρξη, που όμως της χάρισε νου και γνώση να βρει μια καλή δουλειά, να κάνει γερά παιδιά και να τα αναστήσει όπως άρμοζε. Ένα Μη που την έμαθε να σηκώνει το ανάστημά της, να βρίσκουν απάνω της οι βοριάδες για να έχει καλοκαίρι το σπιτικό της. ΄Ενα Μη που την άφηνε παράμερα κι έσπρωχνε τα παιδιά της στην αγκαλιά του πατέρα που, με την ανοχή του, ήταν πάντα πιο αγαπητός.

Οι άλλοι νόμιζαν πως θα θύμωνε ή θα ζήλευε. Πόσο λίγο την ήξεραν. Εκείνη είχε τον δικό της τρόπο σκέψης. Τα μάτια της είχαν δει τόσα πολλά. Δεν την ένοιαζε που έγερνε η πλάστιγγα της αγάπης, αρκεί να υπήρχε. Αν πάθαινε κάτι ήξερε ότι όλοι θα συνέχιζαν μονιασμένοι. Τόσο πολύ τους είχε μάθει ν’ αγαπιούνται.  Ήταν ήσυχη πως ό,τι και να γινόταν στη ζωή το σπιτικό της θα συνέχιζε να στέκεται.

Όμως τώρα τελευταία ένιωθε πολύ κουρασμένη. Τα παιδιά είχαν αρχίσει να αντιδρούν πάρα πολύ.  Ήταν και το περιβάλλον τέτοιο που δεν άφηνε τα λόγια της να πιάσουν τόπο. Μίλαγαν απότομα, δεν διάβαζαν, έλεγαν ψέματα. Κι όλα αυτά με έναν πατέρα συναινετικό. Ό,τι κι αν έλεγε πια εκείνη έπεφτε στο πάτωμα. Την προσπερνούσαν αδιάφορα, σιγοσφυρίζοντας ή κρυφογελώντας.
<< Μακάρι να μην υπήρχες>> της είχε πετάξει ο γιος της κατάμουτρα εκείνο το πρωινό. <<Σε μισώ!>>,<< Μόνο να διαβάζω μου λες>>.  Ξαφνιασμένη, γύρισε εκείνη τη στιγμή να δει από πού ακούστηκε το κρακ και αντίκρυσε την καρδιά της να κομματιάζεται και ψηφίδα ψηφίδα να πέφτει στο πάτωμα.  Ύστερα όλα σκοτείνιασαν.

Ξύπνησε στο απρόσωπο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Δεν ήταν κάτι σοβάρό είπαν οι γιατροί. Μια άτακτη φυγή από την πραγματικότητα. Έτσι το χαρακτήρισαν... άτακτη φυγή. Την επομένη της είπαν πως μπορούσε να γυρίσει σπίτι της. Δεν γύρισε ποτέ. Το βράδυ ενώ κοιμόταν δυο άγγελοι κατέβηκαν και οδήγησαν την ψυχή της ψηλά στον ουρανό.

Σιώπησε η φωνή της μέσα στο σπίτι. Αντικαταστάθηκε από το βουβό κλάμα των μικρών παιδιών. Και τώρα που έλειψε, όλοι ένιωσαν την ανάγκη να κάνουν όσα τόσα χρόνια τους έλεγε και την αγνοούσαν. Η μαμά θα ήθελε... Η μαμά έλεγε...  Ξαφνικά όλα της τα Μη στόλιζαν το σπιτικό της. Όλα τα Μη που της πάγωσαν την καρδιά ζέσταιναν τους ώμους των αγαπημένων της και σκέπαζαν το βράδυ τα όνειρά τους. Και όλοι σφιχταγκαλιασμένοι προχώρησαν μιαν εποχή παρακάτω.

Ο μεγάλος της γιος, ο Γιώργος, έγινε δάσκαλος. Παντρεύτηκε κι έκανε τη δική του οικογένεια. Μια μέρα στο σχολείο μάθαινε στα παιδιά ανάγνωση. Τους έδειχνε πώς  να συλλαβίζουν.  -Μ-  και -η-  μας κάνει Μη είπε στα παιδιά που τον κοιτούσαν στα μάτια. <<Κύριε, κύριε>> φώναξε η Αννούλα. <<Τι θα πει Μη;>> Κονταστάθηκε ο δάσκαλος και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Μια μυρωδιά από αγιόκλημα μπήκε από το παράθυρο και τον τύλιξε σαν ζεστή αγκαλιά...
<<ΜΗ, παιδιά μου...>>  είπε, με φωνή τρεμάμενη από τη συγκίνηση, <<σημαίνει ΜΑΝΑ>>  συμπλήρωσε σκουπίζοντας τα μάτια του και χαμογέλασε.


ΤΕΛΟΣ

B' βραβείο διηγήματος από την Εταιρία Τεχνών, Επιστήμης και Πολιτισμού του δήμου Κερατσινίου στα πλαίσια του 15 λογοτεχνικού διαγωνισμού. 
Η βραβευση θα λάβει χώρα στις 16/10/16 στον πολιτιστικό χώρο Μελίνα Μερκούρη στο Κερατσίνι, στις 6:30μμ.





Το παρόν διήγημα είναι το δικό μου χνάρι στο μονοπάτι τoυ Family Stories 
που διαβαίνουμε παρέα με την Αριστέα στον όμορφο πύργο της. 
Ευχαριστώ από καρδιάς για την ομορφιά του ταξιδιού !

Πήρα χρώμα και νερό


Σήμερα έβαλα στο φως ένα γυαλί κι έφτιαξα ένα ουράνιο τόξο.
Έκλεψα όλα του τα χρώματα και τα φυλάκισα σ’ ενα μπουκάλι μαγικό.
Σ’ έγδυσα απαλά και σ' έπλυνα.
Σε στέγνωσα με λατρεία κι αγάπη.
Ύστερα σου ζήτησα να γίνεις ο καμβάς μου.

- Θέλω να ζωγραφίσω πάνω σου όσα στην καρδιά μου γεννάς,
τα μέρη που με ταξιδεύεις.

Και πήρα γαλανό γι’ αρχη
κι έφτιαξα έναν ωκεανό στην πλάτη σου.
Ένα θαλάσσιο ρεύμα να διατρέχει τη ραχοκοκαλιά σου
κι εγώ καράβι ακυβέρνητο 
να χάνομαι στα γαλάζια σου ύδατα
και να μη θέλω στεριά να βρω.
Ναυαγός να πνίγομαι μέσα στα κύματά σου. 

Πήρα πράσινο κι έφτιαξα μια κοιλάδα 
αναμεσα στα στήθη σου
κι ένα ιερό βωμό στο μέρος της καρδιάς σου.
Να σκύβω εκεί να προσκυνώ, 
να καταθέτω την αγάπη μου.

Πήρα έν' άλικο καυτό και σου ‘βαψα τα χείλη,
να μου θυμίζουν ώριμες κερασιές και μυρωδάτες φράουλες,
να τα φιλώ και να μεταλαμβάνω νάμα.
Παράδεισος και κόλασή μου, Εσύ,
να με σταυρώνεις και να μ' ανασταίνεις.

Έκλεψα κι ενα κίτρινο και ζωγράφισα φλόγες στα μαλλιά σου.
Φλόγες σαν αυτές που σκορπάς στο κάθε γέλιο σου.
Φλόγες καυτές σαν κάθε άγγιγμά σου.

Κι έμεινε το μενεξεδί,
που απόθεσα στα μάτια σου
αυτά που με μεθούν σαν νυχτολούλουδο κάθε βράδυ,
που θυμίζουν ερωτευμένο ουρανό λίγο πριν το χάραμα.

- Μάτια μενεξεδιά δεν υπάρχουν. Υπάρχουν; με ρώτησες.

- Μόνο τα δικά σου και τα ζωγράφισα εγώ!

Πήρα ένα λευκό σεντόνι και σε τύλιξα προσεχτικά. 
Τ' ακούμπησα πάνω στο κορμί σου 
και η εικόνα σου αποτυπώθηκε εκεί μαγικά.
Τέντωσα το πανί και στο έδειξα.

- Κοίτα πώς βλέπω τον κόσμο μέσα από σένα, σου είπα.

- Μα αυτό δεν είμαι εγω, μου αποκρίθηκες.

- Εσύ είσαι μέσα από τα χρώματα του ουρανού και του λευκού κλεμμένη ύπαρξη.
Για σένα τα ‘κλεψα, για να σε ζωγραφίσω.
Καμβά της ύπαρξής μου.
Πίνακα του πεπρωμένου μου.

Με χρώμα και νερό απόψε σε βάφτισα...
Τ’ όνομά σου ΕΡΩΤΑΣ ... και η φύση σου ΓΥΝΑΙΚΑ !

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
16/1/14

Το ποίημα αυτό ανασύρεται από το παρελθόν και ταξιδεύει μακριά στον πύργο της Αριστέας,
στο 13ο συμπόσιο ποίησης 
με  θέμα το Χρώμα !
Βουτήξτε τις γραφίδες σας στην παλέτα του ουράνιου τόξου
και ταξιδέψτε στης ποίησης τ΄ανοικτα.
Καλά μας ταξίδια !

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Κλίμακα


Στο πύρωμα της έμπνευσης
οι λέξεις τήκονται στη φλόγα της ψυχής σου'
και μέσ' απ'  τα μάτια σου στίχοι γεννιούνται, 
που πλέκουν φτερά να πετάξω.

Η έγνοια σου... γροθιά
που σπάζει του κόσμου το γυάλινο περίβλημα,
εκείνο το κίβδηλο,
και χτίζει της αλήθειας το σύμπαν. 

Εγώ κισσός,
στης προσοχής σου τις ακμές
τεύχω κι αναρριχόμαι.
Γη και ύδωρ μεταλαμβάνει η φύσις όλη,
μα πόσοι ασπάζονται τον ουρανό;

Μια κλίμακα αργυρόχρυση
απ' της καρδιάς σου το κέντρο αναδύεται
κι εγώ ταπεινά την ανέρχομαι.
Δικαίωση, στην κορυφή της σαν φτάσω, θα σε φιλέψω
που δεν με προσπέρασες. 

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
27/9/16

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

Ερωμένη του φθινοπώρου



Θ' αποστηθίσω 
κάθε πρωτοβρόχι τούτου του Σεπτέμβρη
και θα πλανέψω κάθε ριπή ανέμου
που άξαφνα ανδρώθηκε 
και διεκδικεί το κυμάτισμα των μαλλιών μου.

Θα υποκύψω 
στον λαίμαργο ασπασμό κάθε μπόρας 
και θα γητέψω
ό,τι θυμίζει κεραυνό.

Στις χούφτες μου μέσα 
έκρυψα τα παιδιά της αμπέλου.
Στο χρυσό και το κόκκινο 
που ΄χει η γεύση τους, θ' αφεθώ. 

Να 'χα λίγους στίχους μονάχα να σου χαρίσω...
σαν το μεθύσι την ψυχή ξεκλειδώνει
πριν χειμωνιάσει 
άλλοθι να 'χω για τη στιγμή της παράδοσης.

Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου
8/9/16

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΝΑΪΣ, Η ΚΥΡΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κοπέλα, η Αναϊς, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην έρημο. Τα χρόνια της περνούσαν όμορφα και όχι ιδιαίτερα δύσκολα γιατί ήταν κόρη ενός από τους πιο πλούσιους νομάδες της ερήμου. Τα μετάξια και τα διαμάντια δεν της έλειπαν και η ζωή της ήταν άνετη και χωρίς ιδαίτερο κόπο. Όμως πάντα είχε ένα θλιμμένο ύφος, πάντα μια σκιά καθρεφτιζόταν στο βλέμμα της και το χαμόγελό της ήταν όχι αυτό που θα ταίριαζε σε μια κοπέλα της ηλικίας της.

Η αλήθεια είναι ότι η κοπέλα αυτή με τα μαβιά μάτια και τα κατάμαυρα μαλλιά είχε μια μοίρα παράξενη. Η μοίρα της ήταν να ερωτευτεί τη βροχή και να λατρέψει το ουράνιο τόξο. Όμως στην έρημο που ζούσε ποτέ μα ποτέ στη ζωή της δεν είχε δει βροχή. Ποτέ το πρόσωπό της δεν δροσίστηκε από το επουράνιο νερό ούτε από τις δροσερές σταγόνες μιας βιαστικής νεροποντής και ακόμα πιο σίγουρα τα ματάκια της ποτέ δεν τρεμόπαιξαν στη θέα των χρωμάτων της ίριδας. Δεν ήξερε πώς στα αλήθεια είναι ένα ουράνιο τόξο.

Τα χρόνια περνούσαν και η κοπέλα παρέμενε θλιμμένη και σοβαρή. Ένα αίσθημα ανικανοποίητου κατέκλυζε την ύπαρξή της. Η ψυχή της σαν να διψούσε για κάτι και ό,τι κι αν έκανε ποτέ το γέλιο της δεν ήταν ξέγνοιαστο και αληθινό. Πάντα μέσα του έκρυβε μια πίκρα, μια αδιόρατη σκιά θλίψης. Μια νύχτα είδε ένα παράξενο όνειρο. Στεκόταν στη μέση της ερήμου, γυμνή σχεδόν, και περπατούσε ξυπόλυτη, στην καυτή άμμο φορώντας μόνο ένα μαύρο ύφασμα που κάλυπτε το κεφάλι της, κρύβοντας έτσι το όμορφο πρόσωπό της και τα μαύρα γυαλιστερά μαλλιά της. Ενώ περπατούσε σκοντάφτοντας από τη ζέστη και την κούραση άκουσε μια φωνή σαν να ερχόταν από τον ουρανό.

- Ποτέ δε θα βρεις ησυχία και ποτέ η ψυχή σου δε θα βρει απανέμι αν δεν συναντήσεις εμένα, έλεγε η φωνή. Η μοίρα σου είναι δεμένη μαζί μου. Έλα να με γνωρίσεις και να με λατρέψεις. Να νιώσεις τη δροσιά μου στο κορμί σου και να γεμίσεις τα μάτια σου από τα χρώματα του σύμπαντος και των αιώνων.

Η κοπέλα ξύπνησε χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το όνειρό της. Ξύπνησε και τη μάνα της μες στη νύχτα και της είπε,

- Μανα, τι είναι η βροχή και πού θα τη βρω; Πρέπει να τη βρω καταλαβαίνεις ; Τώρα ξέρω γιατί όλα στη ζωή μου είναι άχρωμα και άδεια. Μια φωνή στον ύπνο μου με κάλεσε να πάω να βρω τη βροχή. Δεν ξέρω τι είναι κι όμως δεν έχω μυαλό για τίποτα άλλο από την ώρα που είδα αυτό το όνειρο, η φωνή αντηχεί στο κεφάλι μου. Μαμά φεύγω πρέπει να πάω να συναντήσω τη βροχή και τα χρώματα.

Μάταια η μάνα της προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη. Μάταια προσπάθησε να την πείσει πως τα όνειρα ήταν παιχνίδια του μυαλού και δεν θα έπρεπε να τα παίρνει στα σοβαρά. Η Αναϊς ήταν ανένδοτη. Προτού καλά καλά ξημερώσει είχε αφήσει την πολυτελή σκηνή της στην έρημο και περπατούσε με προορισμό το άγνωστο. Μαζί της, η πιστή της κουβερνάντα που δεν άντεξε να τη δει να φεύγει μόνη της μέσα στη νύχτα και φτιάχνοντας γοργά ένα μπόγο την πήρε στο κατόπι.

Μέρες και μέρες περπατούσαν χωρίς να σταματούν παρά μόνο για να κοιμηθούν το βράδυ ή να ξαποστάσουν για λίγα λεπτά πίνοντας λίγο νερό. Η νεαρή κόρη περπατούσε σαν μαγεμένη χωρίς να ξέρει και η ίδια που πήγαινε. Μια ανίκητη δύναμη οδηγούσε τα βήματά της. Και αυτή παραδομένη ακολουθούσε το πεπρωμένο της.Παράξενο, πώς μια κοπέλα στην ηλικία της να μην έχει δει ποτέ στη ζωή της τη βροχή. Αστείο παιχνίδι της μοίρας, να έχει φτιάξει για ένα κορίτσι μια πορεία την οποία δεν της φανέρωσε ποτέ. Σαν να ζούσε μέσα σε μια γυάλα που ξαφνικά έσπασε κι εκείνη άρχισε να τρέχει προς κάθε κατεύθυνση μέχρι να ανακαλύψει που να πάει.

Κάποια μέρα, και είχαν περάσει αλήθεια πάρα πολλές, τόσες πολλές που τα ρούχα της σχίστηκαν και πράγματι βρέθηκε να περπατάει σχεδόν μισόγυμνη μ’ ένα μαύρο μαντήλι να καλύπτει το πάνω μέρος του κορμιού της, όπως στο όνειρό της τόσον καιρό πριν, ο ουρανός φάνηκε να σκουραίνει. Παράξενο, ήταν ακόμα μέρα. Ξαφνικά σαν να άλλαξε η τάξη πραγμάτων μπροστά στα μάτια της. Η πραγματικότητα σαν να αναπροσαρμόστηκε σε μια νέα αλήθεια και βρέθηκε μαζί με την γκουβερνάντα της μπροστά σε μια μικρή όαση. Ψηλά δέντρα με πυκνό φύλλωμα χάριζαν μια πλούσια σκιά και μια μικρή λίμνη σε έκανε να ξεχνάς ότι βρισκόσουν στο μέσο της Ινδίας. Ζώα έφταναν εκεί να πιουν από το δροσερό νερό που τόσο απλόχερα ο Θεός των Πάντων χάριζε στα διψασμένα ζωντανά ενώ πουλιά σταματούσαν να ξαποστάσουν και να γευτούν τους νόστιμους χουρμάδες και τις μυρωδάτες μπανάνες. Ένας παράδεισος στη μέση του πουθενά, σαν θαύμα απο πάντα αναμενόμενο, σαν ελπίδα στην απελπισία, σαν φως στο σκοτάδι.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε όαση η όμορφη κόρη, όμως αυτή τη μαγεψε. Απέμεινε να την κοίτα αμίλητη και τα όμορφα μάτια της δε χόρταιναν από ό,τι αντίκριζαν. Όμως σύννεφα αρχισαν να μαζεύονται πάνω από τον ουρανό του μικρού παράδεισου και το γαλάζιο έδωσε τη θέση του σ’ ένα αχνό γκρι που αργότερα σκούρυνε κι άλλο, σκοτεινιάζοντας τα πάντα γύρω του. Δεν άργησε πολύ, προτού η πρώτη σταγόνα βροχής αγγίξει το πρόσωπό της. Ένας δροσερός άνεμος είχε ήδη αρχίσει να φυσάει κάνοντας τις πρώτες σταγόνες της βροχής να χορεύουν τριγύρω προτού καταλήξουν στον προορισμό τους. Η όμορφη μελαχρινή, κοιτούσε μαγεμένη όλα αυτά τα βρόχινα δάκρυα που έρχονταν από το πουθενά και κατέληγαν πάνω στο πρόσωπο και το κορμί της, δροσίζοντάς τη πρωτόγνωρα.

Η μια μετά την άλλη οι σταγόνες της βροχής μούσκεψαν πρώτα το πρόσωπό της και μετά όλο της το σώμα κι εκείνη αφέθηκε σε έναν οργασμό συναισθημάτων και αισθήσεων που όμοιό του δεν είχε ξανανιώσει ούτε φαντάστηκε ότι θα ένιωθε ποτέ. Ούτε στις πιο κρυφές συζητήσεις με τις φίλες της και τις πιο μεγάλες γυναίκες της φυλής της δεν άκουσε ποτέ ότι υπήρχαν τέτοιες αισθήσεις και ότι μπορούσε να ζήσει ένα τέτοιο μεθύσι από χημικές εκρήξεις μέσα στο ίδιο της το κορμί.

Και η Αναϊς ερωτεύτηκε. Ερωτεύτηκε κάθε υδάτινη σταγόνα που την άγγιξε, κάθε σύννεφο που της την χάρισε και όταν στο τέλος της βροχής είδε να σχηματίζεται στον ορίζοντα μια πολύχρωμη γέφυρα από τα χρώματα του κόσμου, έκλαψε. Έκλαψε από χαρά γιατί το ταξίδι της είχε τελειώσει. Έκλαψε από ανακούφιση γιατί είχε βρει το πεπρωμένο της. Έκλαψε γιατί ξαφνικά η καρδιά της ξεχείλιζε από αγάπη κι έρωτα και το γέλιο της ακουγόταν κελαρυστό πια και όχι άψυχο. Προσπάθησε ν’ απλώσει τα χέρια της ν’ αγγίξει το ουράνιο τόξο και τότε το πρόσωπό της βάφτηκε με όλα του τα χρώματα και στο κεφάλι της μεταξωτά υφάσματα φτιάξαν ένα όμορφο τουρμπάνι μόνο για κείνη.

Η ύπαρξή της ξαφνικά έγινε αέρινη. Δεν ήταν πια ανθρώπινο πλάσμα, αλλά νύμφη, νεράιδα, ξωτικό. Ένα πλάσμα χωρίς γήινη υπόσταση. Ένα πλάσμα με γέννηση, αλλά χωρίς θάνατο, προορισμένο να ζει στα βάθη των αιώνων να συντροφεύει τη βροχή, να χορεύει μαζί με τις σταγόνες της και να ξαποσταίνει πάνω στη χρωμάτινη γέφυρα, όχι πια ως η Αναϊς , αλλά ως η Κυρά της βροχής και η Αφέντρα του ουράνιου τόξου.



Σταυρούλα Δεκούλου Παπαδημητρίου